Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΚΑΙ ΞΕΝΗ;



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΚΑΙ ΞΕΝΗ;

«... Ἡ γλῶσσα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι 
ἀπεικόνισμα τῆς ψυχῆς του τόσο πιστό,
ὥστε, κι ἄν ὁλόκληρη ἡ ἑλληνική λογοτεχνία
χανόταν, θά μπορούσαμε ν’ ἀναπαραστήσουμε
τήν ψυχή αὐτή μέ τή βοήθεια μόνο ἑνός 
ἑλληνικοῦ λεξικοῦ».
                                                                         Τh. ZIELINSKI

φήνοντας κατά μέρος τίς ἔριδες καί διαμάχες τῶν φιλολόγων, τούς ἀνεπαρκεῖς καί δίχως μέθοδο καί ποιότητα, πολλές φορές, τρόπους διδασκαλίας της γλώσσας μας, ἡ μελέτη τῆς ἴδιας σέ ὅλες τίς μορφές της εἶναι πολύτιμη καί ἀξίζει πραγματικά, ὅταν τή μιλᾶμε καί τήν διαβάζουμε, νά τήν ἐννοοῦμε, νά συνειδητοποιοῦμε τό βάθος καί τήν ὀμορφιά καί τῆς πιό ἀσήμαντης φαινομενικά λέξης.
Εἶναι κοινή διαπίστωση ὅτι μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἡ συνοχή τῆς ἀρχαίας καί νέας της μορφῆς χαλαρώνει ὅλο καί πιό πολύ, τό χᾶσμα βαθαίνει καί αὐξάνεται ἡ δυσκολία κατανόησης τῆς μορφῆς καί τοῦ περιεχομένου της.
Ἡ σύγχρονη ἑλληνική μας γλῶσσα ὅμως, καλλιεργεῖται καί χρησιμοποιεῖται σωστά καί δημιουργικά, ὅταν παραμένει συνδεδεμένη, ὅπου εἶναι δυνατόν,  μέ τήν ἀρχαία της μορφή, μέ τόν ἀπέραντο γλωσσικό πλοῦτο τοῦ ἑλληνικοῦ παρελθόν­τος, ἀπό τόν Ὅμηρο ὡς τόν Παπαδιαμάντη. Ἀντίθετα, ὅταν ἀποκόπτεται ἀπ’ αὐτήν, ἀλλοιώνεται, δέν εἶναι ἱκανή νά σηκώσει τό βάρος στοιχείων καί γλωσσικῶν δομῶν ξένων καί, τελικά, ὑποδουλώνεται σ’ αὐτά.
Θά ἀγαπήσουμε τή γλῶσσα μας σέ ὅλες τίς μορφές της, ὅταν προηγουμένως προσπαθήσουμε νά τήν γνωρίσουμε βαθειά. Ὅταν ἀντιληφθοῦμε κάτω ἀπό τήν ἀρχαία της μορφή τήν ἀρετή αὐτῶν πού τήν δημιούργησαν, τόν ἀγῶνά τους νά «συναντήσουν» τόν ἄνθρωπο καί νά γνωρίσουν τήν Ἀλήθεια, ἀνάγκη γι' αὐτούς τόσο μεγάλη, ὥστε νά διεισδύσουν σέ βάθος μέσα στή γλῶσσα τους καί ἔτσι νά τήν ἀνυψώσουν. Ὅταν μᾶς ἀποκαλυφθεῖ μέσα ἀπό τόν τρόπο γραφῆς καί ὁμιλίας τους ὅτι δέν θέλησαν νά δοῦν τά πράγματα μονόπλευρα καί ἁπόλυτα, ὅτι σέβονταν τόν ἀκροατή τους καί ἄφηναν σ' ἐκεῖνον τήν ἐλευθερία νά ἀποφασίσει τί εἶναι ὀρθό καί ἀληθινό.
Τί εἶναι, ἄλλωστε, οἱ ὑποθετικοί λόγοι, πού ἴσως κάποτε νά μᾶς δυσκόλευαν στό συντακτικό καί γιατί στούς ἀρχαίους συγγραφεῖς ἀπαντοῦν σέ τόσο μεγάλη πυκνότητα ὑποθετικοί συλλογισμοί ἁπλοί ἤ καί περίτεχνοι, πάντοτε ὅμως διάφανοι καί ἀκέραιοι σέ ὅλα τά λογοτεχνικά εἴδη ἀπό τήν τραγωδία μέχρι τούς λόγους καί τήν δημηγορία; Στήν τελευταία θά μποροῦσαν κἄν νά μήν ὑπάρχουν, ὥστε πολύ πιό εὔκολα καί ἀποτελεσματικά νά ἐπηρεάζεται καί νά χειραγωγεῖται ἡ κρίση (καί ἡ ψῆφος!) τοῦ πολίτη μέ τόν ἀπόλυτο, ἄχρωμο καί ἀγοραῖο πολιτικό λόγο. Καί ὅμως, εἶναι ἐκεῖ γιά νά κινητοποιοῦν νοῦν καί κρίση καί εὐαισθησία.
Ἤ τί εἶναι ἡ θαυμαστή ἐπινόηση τῶν μορίων, οἱ πάμπολλοι συνδυασμοί τους πού μᾶς δυσκολεύουν κάποιες φορές νά συλλάβουμε τό νόημά τους; Ἐκεῖνα ὅμως, ὑπάρχουν γιά νά «παρακολουθοῦν» διακριτικά τό λόγο, τά βήματα τῆς σκέψης, νά τόν προστατεύουν ἀπό παρεξηγήσεις καί ἀπό τήν ὑποκειμενική κρίση, ὥστε νά μήν ἀφήνουν περιθώρια ἀμφισημίας καί τίποτα νά μήν μένει μετέωρο. Ἡ παρουσία τους φανερώνει τό πραγματικό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνα γιά τήν συζήτηση, νά ἀκούσει τόν συνομιλητή του, νά ζυγίζει τίς λέξεις, νά ἐπεξεργάζεται τόν λόγο, νά γίνεται ἱκανός νά διαλέγεται.
Αὐτήν τή γλῶσσα καί αὐτόν τό λόγο δέν ἀξίζει, ἄραγε, νά τά ἐμπιστευόμαστε στούς μαθητές ὡς βασική μορφή παιδείας, ἀνεξάρτητα ἀπό τίς μελλοντικές τους ἐπιλογές καί τόν προσωπικό τους προσανατολισμό, ὡς ἄσκηση λόγου καί λογικῆς, ἄσκηση στήν κριτική σκέψη, τονίζοντας τή βαθύτερη σημασία τους, ὡς ἀντίδοτο, τελικά, στήν ἀδυναμία ἔκφρασης, στήν ἀσαφή καί μπερδεμένη σκέψη πού χαρα­κτηρίζει τίς μέρες μας; Αὐτόν τόν ἑλληνικό λόγο δέν εἶναι πού καλλιέργησε ἡ Δύση καί τόν ἔκανε φιλοσοφία, πού ἐμεῖς σήμερα τόσο θαυμάζουμε καί σπουδάζουμε; Ἡ ἀνθρωπιστική παράδοση τοῦ Βυζαντίου καί οἱ βυζαντινοί λόγιοι πάνω σ' αὐτή τή γλῶσσα δέν ἐργάστηκαν, οἱ ἀγῶνες γιά τά δόγματα τῆς Ἐκκλη­σίας τούς πρώτους αἰῶνες ἐκεῖ πάλι δέν στηρίχτηκαν, ἀναγνωρίζοντας τήν ἀκεραιότητά της καί οἱ ἅγιοι αὐτή τή γλῶσσα δέν ὤθησαν στά ἅγια συγγράμματά τους σέ ἄλλη σφαῖρα πνευματική; Κορυφαία μορφή στή Εὐρωπαϊκή Ἱστορία καί ἡ σπουδαιότερη στήν ἱστορία τῶν κλασσικῶν σπουδῶν στό Βυζάντιο, ὁ Μέγας Φώτιος, διάβασε περισσότερη ἀρχαία λογοτεχνία ἀπ' ὅσο ὁποιοσδήποτε ἄλλος σύγχρονός του.
Ἡ ἑλληνική γλῶσσα ὑπάρχει στούς μέσους αἰῶνες, ὑπάρχει καί στό Βυζάντιο, κάτι πού σήμερα θέλουμε νά ξεχνοῦμε καί λαμπρά κείμενα βυζαντινά ἔχουν ἐξοριστεῖ ἀπό τή διδασκαλία τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας καί γλώσσας στά σχολεῖα μας.
Ὁ σοφός καί πρόδρομος τῶν βυζαντινῶν μελετῶν Σπυρίδων Ζαμπέλιος γράφει γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα: «... Ἡ γλῶσσα αὐτή, καί τοι τό χυδαῖον ἔνδυμα κατά τήν συνήθη φράσιν, περιβεβλημένη, ἀλλ’ ἔχει τοσαῦτα δικαιώματα εἰς τήν εὐγένειαν τήν ἱστορικήν, ἀλλά συγκερνᾶ τά προϊόντα τῶν συνεχομένων ἑλληνικῶν πολιτισμῶν οὕτω προχείρως, οὕτως ἐπιδεξίως καί παρρησιωδῶς, ὥστε ἀρχαία συνάμα καί νεωτέρα, παρά τούς γνωστούς νόμους τῆς γλωσσογραφίας, ἀναδεικνυ­ομένη παρίσταται ὥς τίς ἀνωμαλία πρωτοφανής, ὡς μνημεῖον μακροβιότητος ἑτερότροπον συνάμα καί δυσερμήνευτον. Τίς ὁ μή πάντως ἀπαίδευτος δέν αἰσθάνεται ὅτι τήν γλῶσσαν αὐτήν λαλῶν πολιτογραφεῖται εἰς πάντα δῆμον τῆς ἑλλάδος πολυθεϊκόν τε καί χριστιανικόν ὁμοῦ, ὅτι συνομιλεῖ νῦν μέν μετά ραψωδῶν ὁμηρίδων, νῦν δε μετά θεσπεσίων ἱεραρχῶν, ὅτι κοινωνεῖ ἐξίσου καί πρός στρατηγούς δημοκρατίζοντας καί πρός αὐτοκράτορας Ρωμαίους, ὅτι κατά τινα τρόπον εἶναι καί ζῶν ἐν μέσῳ νεκρῶν καί νεκρός μετά ζώντων; Θεέ μου, οἵαν ἰσχύν σχεδόν ὑπεράνθρωπον θέλει ἀναπτύξει ἡ γλῶσσα αὐτή, ἐπάν φθάση ποτέ νά γνωρίση ἐκ τῆς βιογραφίας της ὅτι μόνη τῶν λοιπῶν τῆς Εὐρώπης ἔχει, ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ παρόν­τος, τό προνόμιον τοῦ συμπορίζεσθαι τήν ζωήν καί τόν θάνατον, τοῦ ἐμβα­τεύειν δικαιωματικῶς εἰς τά σκότη τοῦ παρελθόντος, ἴσως περαιτέρω καί αὐτῶν τῶν ἱστορικῶν ἀρχείων, ὅπως ἐνταῦθα προσεπι­κτᾶται καθ’ ἑκάστην νέον ἔρανον ἀνακαινίσεως, τρόπους καλλονῆς ἀπαρα­μιλλήτου, ἰδιόρρυθμόν τε καί ὑπέραλλον χαρακτῆρα πανελληνικόν.»
Αὐτήν τήν κληρονομιά δέν εἶναι κρῖμα νά τήν ἀφήνουμε ἀναξιοποίητη καί, θεωρῶντας τήν «νεκρά γράμματα», νά τήν διαγράφουμε ἀπό τήν μνήμη μας καί μαζί μ’ αὐτήν καί ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τήν σεβάστηκαν, τήν διέσωσαν ἀντιγράφοντας μέ εὐλάβεια μέσα στά κελιά, ἀλλά καί ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μόχθησαν σκληρά καί τήν καλλιέργησαν;
Ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη (πορίσματα τῶν νευροβιολόγων) μᾶς λέει ὅτι ἡ μνήμη καθορίζει τήν ποιότητα τῶν ἀνθρώπων καί ταυτίζεται μέ τήν ἀνθρώπινη λογική. Πῶς, λοιπόν, εἶναι δυνατό νά διαγράφουμε ἀπό τή μνήμη μας τήν γλωσσική μας κληρονομιά, ἐπειδή, τάχα, δέν ὑπάρχουν σήμερα αὐτόχθονες ὁμιλητές (!) ἤ ἐπειδή οἱ μαθητές συναντοῦν δυσκολίες ἤ εἶναι κουρασμένοι καί φορτωμένοι μέ ἄλλες πιό «χρήσιμες» καί σύγχρονες γνώσεις; Πῶς, ἐνῶ μελετοῦμε τή Βυζαντινή Ἱστορία, διαγράφουμε τόν πλοῦτο τῆς μεσαιωνικῆς μας Γραμματείας, τήν ἑλληνική γλῶσσα μέσα ἀπό τά βυζαντινά κείμενα; Δέν διαγράφουμε, ἔτσι, κι ἕναν ὁλόκληρο πολιτισμό, κλασσικό καί νεότερο, τίς ἀρετές τῆς γλώσσας του καί τό ὕφος, μέσα ἀπό τό ὁποῖα ἐκφράστηκε καί θά μπορούσαμε, ὅσο εἶναι δυνατόν καί ἀναγκαῖο νά ἀξιοποιήσουμε σωστά; Κι ἄν εἶναι δύσκολη ἡ μελέτη τῆς γλώσσας μας, μήπως δέν εἶναι αὐτό πρόκληση γι' αὐτή;
Οἱ νευροεπιστῆμες πού μελετοῦν τόν ἐγκέφαλο καί τίς λειτουργίες του, ἔχουν καταλήξει στό συμπέρασμα πώς, ὅσο περισσότερα, δυσκολότερα καί συχνά ἐπαναλαμβανόμενα εἶναι τά ἐρεθίσματα πού λαμβάνει ὁ ἐγκέφαλος, τόσο περισσότερο αὐτός ἐνεργοποιεῖται καί τόσο γνωστικά καλύτερα ἀναπτύσσεται. Ἀλλά καί ἡ γνω­στική ψυχολογία θεωρεῖ τά ἐρεθίσματα δύναμη πού συντηροῦν γνωσιολογικά τόν ἀνθρώπινο νοῦ, ὁ ὁποῖος μέ τίς τυποποιημένες γνώσεις καί τίς θρυμματισμένες πληροφορίες ναρκώνεται.
Ὁ σημερινός καθημερινός λόγος, ἐπηρεάζεται ἀπό τόν κακοσύνθετο καί ἄσχημο λόγο τῶν ΜΜΕ, δέν βοηθᾶ στή δημιουργία προσωπικοῦ ὕφους καί ἔκφρασης, δέν προβάλλει τήν ἀτομικότητα, τείνει νά μιμεῖται τή γλῶσσα τῶν Η/Υ καί ἴσως δέν γνωρίζουμε ἤ δέν ὑποπτευόμαστε τίς ἐπιπτώσεις πού μπορεῖ νά ἔχει, τελικά, ὁ ψηφιακός πολιτισμός, ἄν δέν προσέχουμε καί δέν ἐπαγρυπνοῦμε, στόν τρόπο λειτουρ­γίας τοῦ ἐγκεφάλου καί στόν τρόπο πού σκεπτόμαστε.
2500 χρόνια πρίν, ὁ Σωκράτης ἀνησυχοῦσε γιά τήν ἐλεύθερη διάδοση τοῦ γραπτοῦ λόγου, γιατί φοβόταν τήν χωρίς ἔλεγχο καί καθοδή­γηση πρόσβαση στήν πληροφορία  καί τήν γνώση, ἐπειδή «... κάθε λόγος, ἀπό τή στιγμή πού γραφτεῖ, κυλάει παντοῦ μέ τόν ἴδιο τρόπο, καί σ’ ἐκείνους πού τόν γνωρίζουν καλά, καί σ’  ἐκείνους πού δέν ἔχουν καθόλου σχέση μέ τό περιεχόμενό του, καί δέν ξέρει ἀπό μόνος του σέ ποιούς πρέπει νά ἀπευθύνεται καί σέ ποιούς ὄχι..» καί οἱ ἄνθρωποι «... θά ἀκούσουν πολλά χωρίς νά τά διδαχτοῦν καί, συνακόλουθα, θά πιστέψουν ὅτι ξέρουν πολλά, ἐνῶ στήν πραγματικότητα, στίς περισσότερες περιπτώσεις στεροῦνται τῆς γνώσης καί θά εἶναι δύσκολοι στό νά τούς συναναστρέφεται κανείς, ἀφοῦ, ἀντί σοφοί, θά ἔχουν γίνει δοκησίσοφοι.» Γιά τόν Σωκράτη, ὁ ἔμψυχος καί ζωντανός λόγος εἶναι καλύτερος καί δυνατότερος, γιατί εἶναι «αὐτός πού γράφεται μέ γνώση μέσα στήν ψυχή ἐκείνου πού μαθαίνει, ὁ λόγος πού μπορεῖ νά ὑπερασπίζει τόν ἑαυτό του καί πού ξέρει σέ ποιούς πρέπει νά μιλάει καί σέ ποιούς νά σωπαίνει». Σήμερα, μέ τή μετάβαση σέ νέες μορφές ἐπικοινωνίας καί παρά τά ἀδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα τοῦ γραπτοῦ λόγου καί γιά τή διατήρηση τῆς πολιτισμικῆς μνήμης, οἱ ἀνησυχίες τοῦ Σωκράτη, ὁ ὁποῖος περισσότερο ἐνδιαφερόταν γιά τήν προσωπική μνήμη καί τήν οὐσιαστική γνώση καί ἀρετή πού ὁδηγεῖ στόν Θεό, φαίνονται πολύ ἐπίκαιρες: Ἡ «ἐμβάπτιση» τῆς νέας γενιᾶς στόν ὀπτικό καί ψηφιακό κόσμο τήν βοηθᾶ νά ἀσκεῖ τή μνήμη της, τῆς ἀφήνει χρόνο νά μετατρέπει τίς εἰκόνες, τίς λέξεις σέ (κριτική) σκέψη, σέ στοχασμό, σέ ἐμβάθυνση σέ σκέψεις ἄλλων ἀνθρώπων, στά διλήμματα καί τίς ὑπερβάσεις τους, σέ ὅ,τι τούς ὤθησε ἔξω ἀπό τά ὄρια τῆς ἀτομικῆς ἐπιβίωσης, ἀλλά καί σέ ἐμβάθυνση στή δική της συνείδηση; Μήπως ἀνατρέπεται, ἄν δέν κοπιάσουμε πολύ, ὁ καθένας προσωπικά, ἀλλά καί ὡς κοινωνία, ἡ σχέση μέ τή γλῶσσα γενικότερα; Μήπως ἀτονεῖ σιγά-σιγά, μά συστηματικά ἡ ἴδια ἡ μνήμη καί ἀναπτύσσεται ἡ «ἰκανότητα» νά ξεχνοῦμε γρήγορα καί ὁριστικά;
Τό σημερινό καθημερινό λεξιλόγιο, περιορισμένο καί πολλές φορές συνθηματικό καί συναισθηματικά φορτισμένο, οἱ ξένες λέξεις, οἱ σύντομες ἤ κομμένες φράσεις καί μέ ξένους χαρακτῆρες (greeklish), ἀπορρυθμίζουν τήν ἐγκεφαλική λειτουργία. Ἡ ἀλλοίωση τῆς ὀρθογραφίας, συντακτικῶν καί ἐκφραστικῶν δομῶν, δυσκολεύουν πράγματι τούς νέους στήν ἐπαφή τους, ὄχι πιά μόνο μέ τήν ἀρχαία ἑλληνική, ἀλλά καί πολύ νεότερες μορφές τῆς γλώσσας μας. Στή γλῶσσα τῆς νευρογλωσ­σολογίας θά λέγαμε ὅτι ἡ μεταβολή τῶν ὀπτικῶν καί ἀκουστικῶν ἐρεθισμάτων, λόγω τῆς μεταβολῆς ὅσων πιό πάνω ἀναφέρθηκαν, ὁδηγεῖ στήν ἐξασθένιση μέρους τοῦ ἐγκεφαλικοῦ δυναμικοῦ, προκαλῶντας ἐξασθένιση καί στήν κριτική σκέψη.     
Ὁ γνωστός φιλόσοφος καί οἰκονομολόγος John Stὠart Mill τονίζοντας τή διδακτική καί παιδαγωγική ἀξία τῶν κλασσικῶν γλωσσῶν καί μιλῶντας γιά τήν ἐκπαίδευσή του γράφει στήν Αὐτοβιογραφία του: «Στήν πορεία τῆς ἐκπαίδευσής μου, τό σημεῖο πού προβάλλει στήν ἐπιφάνεια ἐμφανέστερα εἶναι ἡ μεγάλη προσπάθεια νά δοθεῖ, κατά τήν διάρκεια ἀκριβῶς τῶν παιδικῶν μου χρόνων ἕνας ὄγκος γνώσης ἀπό αὐτούς πού θεωροῦνται ὡς οἱ ἀνώτεροι κλᾶδοι τῆς ἐκπαίδευσης, ὄγκος γνώσης ὁ ὁποῖος σπάνια ἀποκτᾶται (ἄν ἀποκτᾶται ποτέ)  πρίν ἀπό τήν ἄνδρωση. Τό ἀποτέλεσμα τοῦ πειράματος δείχνει τήν ἄνεση μέ τήν ὁποία μπορεῖ αὐτό νά γίνει, καί ρίχνει ἰσχυρό φῶς στήν θλιβερή ἀπώλεια τόσων πολύτιμων χρόνων πού δαπανῶνται γιά τήν ἀπόκτηση τῶν ἐλάχιστων ἀρχαίων Ἑλληνικῶν καί Λατινικῶν πού διδάσκονται στά παιδιά τοῦ σχολείου· Μιά ἀπώλεια πού ἔχει κάνει τόσους ἐκπαιδευτικούς ἀνακαινιστές θύματα τῆς ἄκριτης πρότασης νά καταργηθοῦν παντελῶς οἱ κλασσικές γλῶσσες ἀπό τήν γενική ἐκπαίδευση. Ἄν εἶχα προικιστεῖ ἀπό τήν φύση μου μέ γοργή ἀντίληψη, ἤ εἶχα μνήμη πολύ ἀκριβῆ καί μακρά καί χαρακτῆρα ἰδιαίτερα δραστήριο καί ἐνεργητικό, τό πείραμα δέν θά μποροῦσε νά ὁδηγήσει σέ συμπεράσματα· σέ ὅλα ὡστόσο τά προηγούμενα φυσικά δῶρα δέν εἶμαι παρά μᾶλλον κάτω ἀπό τόν μέσο ὄρο: ὅ,τι μπόρεσα νά κάνω ἀσφαλῶς θά μποροῦσε νά γίνει ἀπό ὁποιοδήποτε παιδί μεσαίας ἱκανότητας καί μετρίας φυσικῆς κατάστασης...»
Ἄς ἀφήσουμε ὅμως τούς ξένους, ὅσο ἀποκαλυπτική κι ἄν εἶναι ἡ πιό πάνω ἐξομολόγηση καί ἄς θυμηθοῦμε τόν δικό μας Παπαδιαμάντη καί ὁ χαιρετισμός συμφιλίωσης πού ἀπευθύνει ὁ ναυτιλλόμενος ἀπέναντι ἀπό τήν κορυφή τοῦ Σουνίου (στό «Ταξίδι-Βαπόρι-Ρωμέϊκο») ἄς εἶναι καί πρός τήν τέχνη καί τά μνημεῖα τοῦ ἑλ­ληνι­κοῦ λόγου: «Εἶδα τόν ναόν τῆς Ἀθηνᾶς, εἶδα τά ἐρείπια τῆς Σουνιάδος, εἶδα τούς κίονας τῆς Παρθένου, νά δέχωνται τήν μελιχράν σκιαύγειαν τῶν βελῶν καί τῶν φίλτρων τῆς Ἑκάτης, ἐπί τῶν γυμνῶν καί ἡγιασμένων καί χρισμένων ἀπό τάς θυέλλας καί ἀπό τούς αἰῶνας μαρμάρων των. Παρ’ ὀλίγον θά ἔστελλα φίλημα διά τῆς χειρός... ἀλλ’ εἶχα λησμονήσει πρό πολλοῦ πῶς στέλλονται τά φιλήματα. Ἀ­κουσίως ἔκαμα τόν σταυρόν μου. Ὁ Χριστιανός τῆς σήμερον ἔστελλε διά μέσου ὀγδοήκοντα γενεῶν θρησκευτικόν χαιρετισμόν εἰς τόν εἰδωλολάτρην τόν πρό εἴκοσι καί πέντε αἰώνων».
                                                                                                   
Στυλιανή Σπυροπούλου
Φοιτήτρια Φιλολογίας
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 107
Μάϊος 2011


Ἐνδεικτική Βιβλιογραφία:

T. Zielinski, Ἐμεῖς καί οἱ Ἀρχαῖοι, Ἐκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1994 Βυζαντιναί Μελέται, Ὑπό Σ. Ζαμπέλιου, Βιβλιοπωλεῖο Διον. Νότη Καραβία, Β΄        Ἀνατύπωση, Ἀθήνα 1999.
Ἱ. Ν. Καζάζης, Ἀρχαιοελληνικός Πεζός Λόγος, Ἐκδόσεις Ζήτη, Θεσσαλονίκη 1992.
Ἀ. Βοσκός – Θ. Παπακωνσταντίνου, Ἀπό τή Μετάφραση στό Πρωτότυπο,
Ἐκδό­σεις Καρδαμίτσα, Ἀθήνα 1992.
Ν. Καλοσπῦρος, Ἡ ἀνάταξη τῆς ἐρώτησης στό μάθημα τῶν κλασσικῶν γλωσσῶν, Ἐκδόσεις Παπαδήμα, Ἀθήνα 2007.
Πλάτωνος Φαῖδρος, Πλάτωνος Πρωταγόρας.
Maryanne Wolf, Ὁ Προύστ καί τό καλαμάρι, Πῶς ὁ ἐγκέφαλος ἔμαθε νά διαβάζει, Ἐκ­δό­σεις Πατάκη 2009.
J. S. Mill, Αὐτοβιογραφία, Φιλόλογος, Τεῦχος 58.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου