Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Ἐφημερἰδα Πολ. Παρ. «ΚΟΙΝΩΝΙΑ» - Μαρτυρίες καί μαρτύρια τῶν σκλαβωμένων Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας


Μαρτυρίες καί μαρτύρια τῶν σκλαβωμένων Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας

χω στήν βιβλιοθήκη μου ἕνα πολύ παλιό περιοδικό μέ τίτλο «ΓΝΩΣΕΙΣ». Τό τρίτο τεῦχος του εἶναι ἀφιερωμένο στήν Ἐπανάσταση τοῦ ’21. Γράφουν σ’ αὐτό πνευματικά ἀναστήματα ὅπως οἱ: Κόντογλου, Καραντώνης, Περάνθης,  Χάρης, Λάπας, Ἀγγελομάτης, Μυριβήλης καί ἄλλοι σημαντικοί. Ξεσηκώνω ἀπό τό ἀφιέρωμα ἕνα κείμενο τοῦ Σταύρου Μάνεση, συντάκτη, τότε, τοῦ «Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν». (Τοῦ ὁποίου, ἡ συγγραφή, δέν ἔχει ἀκόμη ἐπιτευχθεῖ. Στήν Ἑλλάδα τά πράγματα πηγαίνουν «σπρωχνόμενα», ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ ὑπασπιστής τοῦ Κολοκοτρώνη, Φωτάκος). Ὁ τίτλος τοῦ ἄρθρου εἶναι «Μακεδονικές Ἡμέρες». Ὁ συγγραφέας γύριζε τότε τήν Μακεδονία μέ σκοπό νά διασώσει λέξεις, τοπικά ἰδιώματα, ὥστε νά πλουτίσει μ’ αὐτές τό λεξικό.



Ὅπως γράφει: «Τά καλοκαίρια τοῦ 1952, ’52, ’53 καί ’55 εἶχα τήν ἐξαιρετική τύχη καί τιμή νά μοῦ ἀνατεθεῖ ἀπό ἕνα σωματεῖο μέ λαμπρή ἐπιστημονική δράση, τήν ἐν Ἀθῆναις Γλωσσικήν Ἑταιρείαν, μελέτη τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος τῆς περιοχῆς Γράμμου, μέ ἐπιτόπιο μετάβασή μου. Μέ βασικό μεταφορικό μέσο τό μουλάρι, γύρισα πενήντα χωριά, κωμοπόλεις καί πόλεις τοῦ δυτικοῦ μέρους τῶν νομῶν Καστοριᾶς καί Κοζάνης σκαρφαλωμένα πάνω στίς κορφές καί τίς πλαγιές τοῦ Γράμμου καί τῆς Πίνδου. Ἔτσι, εἶχα τήν εὐκαιρία καί τήν ἄνεση νά γνωρίσω τούς ἀνθρώπους καί τή ζωή τούς μέ τίς χαρές καί τίς λύπες, τίς ἀγωνίες καί τίς ἐλπίδες τούς».



Τριγυρνᾶ τά χωριά ὁ γλωσσολόγος καί συζητᾶ κυρίως μέ ὑπερήλικους ἀνθρώπους πού εἶχαν ζήσει τήν Τουρκοκρατία στά μέρη ἐκείνα. (Μόλις 40 χρόνια εἶχαν περάσει ἀπό τό 1912-13, ὅταν ὁ ἔνδοξος στρατός μας ἀπελευθέρωσε τήν Μακεδονία). Οἱ μαρτυρίες (καί τά μαρτύρια) τῶν γερόντων Μακεδόνων εἶναι ἐξαιρετικά ἀποκαλυπτικές.



Γράφει: «Ὁ σεβασμός στήν ἐκκλησία ἔχει παλαιά παράδοση σ’ αὐτούς τούς τόπους κι εἶναι σάν μιά πράξη εὐγνωμοσύνης γιά τήν συμπαράστασή τους στόν ἀγώνα. “Ἐδῶ διάβασα”, μοῦ δήλωσε μέ περηφάνια ὁ ὀγδοντάρης πρόεδρος τού χωριού Ἁγιά - Σωτήρα, Δημήτρης Ζηκόπουλος, δείχνοντάς μου τόν νάρθηκα τῆς Ἁγίας – Παρασκευῆς, μιᾶς ἐκκλησιάς διακοσίων χρόνων, θέλοντας νά μοῦ πεῖ ὅτι ἐκεῖ ἔμαθε τά γράμματα πού ξέρει. Καί συνέχισε: “Οἱ Τοῦρκοι δέν μᾶς ἄφηναν νά μαθαίνωμε γράμματα κι ἐρχόμασταν σέ τοῦτο τό κρυφό σχολειό. Τό μόνο πού δέν τούς πολυένοιαζε ἦταν νά διαβάζωμε τό χτωήχι καί τό ψαλτήρι, γιά νά μήν παίρνουν τά μυαλά μας ἀέρα μέ τ’ ἄλλα διαβάσματα. Θυμᾶμαι μέ τί χαρά καί μέ τί τρομάρα οἰκονόμησε τ καιρῶ ἐκείνω ὁ παππούλης πού μᾶς διάβαζε - ἅγιο τό χῶμα πού τόν σκεπάζει- μιά Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου. Σάν τελειώναμε τήν ἀνάγνωση, τήν παράχωνε κάτω ἀπό τήν πλάκα πού βλέπεις ἐδωγιά».



Νομίζω ὅτι τό κείμενο, διήγηση τοῦ ὀγδοντάχρονου γερο-προέδρου εἶναι ἀπό τίς λίγες μαρτυρίες, πού ἀποδεικνύουν τήν ὕπαρξη αὐτοῦ πού ἀρνεῖται ἀφελληνισμένη καί ἐκκλησιομάχος διανόηση καί τά ἀπολειφάδια τῆς ἱστοριογραφικῆς τσαρλατανιᾶς, οἱ τηλεϊστορικοί, πού λυμαίνονται τά πανεπιστήμια: τό Κρυφό Σχολειό.



Ἕτερη διήγηση, ἡλικιωμένου ἀγροφύλακα ἀπό τό χωριό Νόστιμο. Ἐξιστορεί ἐπιγραμματικά τή ζωή τῆς σκλαβιᾶς, τήν «θαυμαστή τάξη» τῆς Τουρκοκρατίας: «Τί τρόμους καί τί καρδιοχτύπια περάσαμε μέ τούς Τούρκους καί τούς Ἀρβανιτᾶδες, πού διαφέντευαν τά μέρη ἐτοῦτα κάναν καιρό. Οἱ πρῶτοι μέ τό χαράτσι καί τό γιαταγάνι τους, οἱ δεύτεροι μέ τά κούρσα καί τό πλιάτσικο. Ἀνέβαινε ὁ Ἀγάς, κατέβαινε ὁ λιάπης ἀπ’ τά βουνά του, ἔμπαιναν στά σπίτια μας:


- Βάλε μου νά φάω, γκιαούρ!



Τί νά κάνεις, τοῦ ‘ψηνες ὅ,τι καλύτερο εἶχες, γιά νά τόν μαλακώσεις: καμμιά κότα, αὐγά∙ ἔσφαζες κανένα ἀρνί, τοῦ ‘δινες παχύ τυρί, τοῦ ‘φτιανες καί τήν καλύτερη πίτα στή γάστρα νά περιδρομιάσει. Δῶσε μου κι ἄσπρα (= χρήματα) γιά τόν κόπο πού ‘καμα νάρθω στό ρημάδι σου καί γιά τά δόντια μου πού χάλασα μέ τά παλιόφαγά σου, μούγκριζε στό τέλος μουδιασμένος ἀπό τό φαΐ ὁ ληστής. Μποροῦσες νά τοῦ πεῖς ὄχι; Τοῦ ‘δινες κι ἄσπρα… Τί νά πρωτοθυμηθείς! Ἄν τόν ἀπαντοῦσες στό δρόμο, ἔπρεπε νά τοῦ κάνεις μετάνοια τοῦ Τούρκου, νά κατέβης ἀπ’ τό ζῶο ν’ ἀνέβη αὐτός. Τά ροῦχα σου νά μήν εἶναι καινούργια καί τό φέσι σου νάναι τρύπιο καί πλαγιαστό. Ἄν τό ‘βλεπε ὀρθό, σήκωσες κεφάλι, Γιουνάν, σοῦ ‘λεγε, καί στό ἔκοβε! Οἱ κοπέλες ἔβαζαν τά πιό παλιά τους φουστάνια καί κουκουλώνονταν καί καταχώνουνταν νά μήν τίς δεῖ τό μάτι τό πόρνο… πώς ζήσαμεν ἕνας Θεός τό ξέρει, ὥσπου νάρθει τό ἑλληνικό».



(Ἀναφέρει Πηνελόπη Δέλτα στά «Μυστικά του Βάλτου» πώς ὅταν ἥρωας καπετάν Ἄγρας πῆγε σέ τουρκοσκλαβωμένο χωριό τῆς Μακεδονίας, οἱ κάτοικοι τόν ἐκλιπαροῦσαν νά μήν βαδίζει καμαρωτός, γιατί θά προδοθεῖ ἀπό τήν περπατησιά του. Ἔπρεπε νά βαδίζει σκυφτός).



Παρενθέτω στό σημεῖο αὐτό καί μιά ἄλλη μαρτυρία, πού περιγράφει τά ἀνήκουστα δεινά πού βίωσε ὁ λαός μας κατά τήν «λαμπρή» γιά τούς τουρκολάτρες τῆς σήμερον, περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας στούς Ἀγαρηνούς. Περιέχεται στό βιβλίο «τό Εἰκοσιένα», ἔκδοση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Στό βιβλίο καταγράφονται οἱ πανηγυρικοί λόγοι τῶν Ἀκαδημαϊκῶν. Τόν Μάρτιο τοῦ 1967, ὁμιλητής εἶναι ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Σπ. Μαρινάτος. Παραθέτει ἄδεια ταφῆς χριστιανοῦ, τήν ὁποία ἔδιναν οἱ Τοῦρκοι:

«Σύ παπάς, τοῦ ὁποίου τό μέν ἔνδυμα εἶναι μαῦρον ὡς πίσσα, τό δέ πρόσωπον ὡς τοῦ σατανᾶ, σύ ἱερεύς τῶν μιαρῶν, σύ ἕλκων τήν καταγωγήν ἀπό τόν ἄπιστον Ἰησοῦν, διατάσσεσαι: Τόν εἰς τό ἔθνος σου ἀνήκοντα ἄπιστον Γρηγόριον, ὁποῖος ἐψόφησε σήμερον ἄν καί τήν μέν ψυχήν του παρέδωκεν εἰς τόν σατανᾶν, τό δέ βρωμερόν πτῶμα του δέν τό δέχεται τό χῶμα, ἔξω καί μακράν τῆς πόλεως ἀνοίξατε λάκκον καί διά λακτισμάτων ρίψατε αὐτόν ἐντός τούτου». (σελ. 774).



Τό κείμενο ἀποτελεῖ μνημεῖο καί ἀδιαφιλονίκητη ἀπόδειξη τῆς ἁρμονικῆς, ἕως ἔρωτος, συνοίκησης σκλάβων καί δυναστῶν. Ἀκόμη καί οἱ νεκροί διαπομπεύονταν. Ἐπανέρχομαι στά ἱερά χώματα τῆς Μακεδονίας, στήν ὁποία, πρίν αὐτοεφευρηθοῦν οἱ Σκοπιανοί, δοκίμασαν οἱ Ἕλληνες τά πάθη τοῦ Χριστοῦ. Γράφει ὁ Φιλήμων στό «Δοκίμιον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως».



«Ὅπου βαρβαρότης τῶν Τούρκων ἦτο παχυτέρα, ἐκεῖ κατά τῶν χριστιανῶν τυραννία ἦτο τραχυτέρα. Τοιοῦτοι ἦσαν οἱ χονδροί καί ἡμιάγριοι Τοῦρκοι τῆς Μακεδονίας. Ἐνώπιον δέ αὐτῶν καί αὐτοί ἔτι οἱ Τοῦρκοι τῆς Κρήτης, οἱ τόσον διαβόητοι ἐπί φυσική κακουργία καί κακεντρεχεία, ἐθεωροῦντο ἐξηυγενισμένοι… Οὕτω τά παθήματα τῶν Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας καταντῶσιν ἀπερίγραπτα καί δύσληπτα, ὡς ὑπερβαίνοντα πᾶσαν ἀνθρωπίνην κακίαν καί πᾶσαν ὑπομονήν ἀνθρώπου. Ἐν τ τόπαὐτ αἱ πολυειδεῖς καταδυναστεύσεις καί αἱ ἀτελεύτητοι ἀπαιτήσεις, αἱ αὐθαίρετοι ἰδιοποιήσεις τῶν κτημάτων, οἱ φόνοι καί ἐπί πάσιν αἱ ἁρπαγαί καί αἱ βίαι ἀπαγωγαί νεανίδων καί νέων, ὑπερείχον ἀπολύτως». (τομ. 3, σελ. 144).



Καί κλείνω μέ τόν ἐπίλογο τοῦ κειμένου τοῦ Στ. Μάνεση, πού ἴσως, συνεχίζει τό κείμενο τοῦ Φιλήμονα: «Πόσο ἀκλόνητη ἦταν ἡ πεποίθηση τῶν Μακεδόνων πώς κάποια μέρα θάρθει τό ἑλληνικό, φαίνεται κι ἀπό τήν ἀφελή διαβεβαίωση ἑνός γέρου ἑκατοχρονίτη, τοῦ Δημήτρη Σιμόπουλου, ἀπό τό Τσοτύλι: Δέν μπορούσαμεν, μοῦ εἶπε, νά ζήσωμε σκλάβοι σέ ξένα χέρια ἀπ’ ἄπειρον∙ τό γραφτό ἔλεγε πώς θά ἑνωθοῦμε μέ τήν Ἑλλάδα, γιατί Ἑλλάς θά πεῖ…ἔλα».

Δέν βρῆκα ὡραιότερη καί συγκινητικότερη ἐτυμολογική ἑρμηνεία τοῦ ἐθνικοῦ μας ὀνόματος…



Νατσιός Δημήτρης

Δάσκαλος- Κιλκίς


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου