Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» - ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΔΥΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ



ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ  ΚΑΙ  ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ
ΔΥΟ  ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ  ΕΝΝΟΙΕΣ

ἔλλειψη τοῦ ἀληθινοῦ πόθου νά γνωρίση ὁ ἄνθρωπος τόν Χριστό καί νά τόν ἀγαπήση ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας του στάθηκε σ’ ὅλες τίς ἐποχές ἐμπόδιο στή ζωή τῶν ἀνθρώπων.
Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ εὐαγγελική εἰκόνα τοῦ καλοῦ Ποιμένος καί τῆς ποίμνης του προκαλεῖ σέ πολλούς ἁντίδραση. Βαρέθηκαν οἱ ἄνθρωποι νά εἶναι τά λογικά πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ καί προτίμησαν νά γίνουν ἀγριοκάτσικα. Στήν ἐποχή μας κορυφώνεται αὐτή ἡ στάση, μέ ἀποτέλεσμα νά χάσουν ἀκόμα καί οἱ λέξεις τήν ἔννοιά τους, καί οἱ ἄνθρωποι τήν ὕπαρξή τους.  Μέ τή φαινομενική τους αὐτονόμηση και ἀρχομανία, ἔπαψαν οἱ ἄνθρωποι νά ὑπάρχουν κάτω ἀπό τή σκέπη τοῦ Δημιουργοῦ τους.
Συνεπῶς πρόκειται γιά ἕνα πρόβλημα χαρακτηριστικό τῶν ψεύτικων θρησκειῶν καί αἱρέσεων, διότι ὅσο ἀπομακρύνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν Ἀλήθεια, τόσο χάνει τήν ὕπαρξή του. Καί ὅσο τήν χάνει, τόσο προσπαθεῖ νά ζῆ μέσω ἄλλων. Τοῦ ἐγείρεται ἡ ἀνάγκη “κακῶν”, ἀντιφρονούντων καί ἐχθρῶν. Σάν τόν Φαρισαῖο τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς αἰσθάνεται δικαιωμένος, ὅταν ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ ἕναν χειρότερο καί κατώτερό του. Ὅπου δέ δέν ὑπάρχει τέτοιος ἐχθρός,  δέν διστάζει νά τόν φαντά­ζεται.
Ἔτσι οἱ Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες φαντάζονταν τούς Χριστιανούς τῶν πρώτων αἰώνων ὡς ἐχθρούς τους, οἱ αἱρεσιάρχες τούς πιστούς στά δόγματα τῆς ἐκκλησίας, οἱ εἰκονομάχοι αὐτούς πού προσκυ­νοῦντες καί τιμῶντες τίς ἱερές εἰκόνες. Ὅλοι πολεμοῦσαν μέ λύσσα τούς ὄντως Χρι­στια­νούς χωρίς νά ὑπάρχει ἡ παραμικρή ἀπειλή ἐκ μέρους τῶν Χριστιανῶν.
Στὴ συνέχεια θεωρήθηκε ἡ θανάτωση Χριστιανοῦ ὡς πράξη “εὐλογη­μένη” πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἄφεση ἁμαρτιῶν, ὅπως συνέβη στούς σχισματικούς Παπικούς κατά τίς Σταυροφορίες, ἤ ὡς κλειδί γιά τόν παράδεισο γιά τούς Μουσουλμάνους. Δηλαδή ἡ διαστροφή στό ὕψιστο σημεῖο: ἡ πλασματική ἐχθρότητα τοῦ ἄλλου ὡς προϋπόθεση γιά τή δι­καί­ωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ζεῖ; Ὄχι βέβαια.
Παρά ταῦτα ἔχει διαποτισθῆ μέ αὐτή τή νοοτροπία ἰδιαίτερα ὁ Εὐ­ρω­­παῖος, κυρίως κατά τίς τελευταῖες τρεῖς ἑκατονταετίες. Τότε ἄρχισαν οἱ ἱδρύσεις “ἐθνικῶν” κρατῶν στήν εὐρώπη, κυρίως δέ μετά τή Γαλλική ἐπα­νάσταση. Πῶς μποροῦσε τώρα ὁ ἄνθρωπος ἑνός κράτους νά δεχθῆ ὅτι εἶχε ἁποκοπῆ ἀπό τόν μέχρι χθές συμπολίτη του, σήμερα ὑπήκοο ἄλλου κράτους, ἄν ὄχι μόνο μέ τή βοήθεια τεχνιτῶν ἰδεολογιῶν, βασισμένων στήν εἰκόνα τοῦ ἐχθροῦ – κινδύνου γιά τόν πολιτισμό, τήν ἀνάπτυξη ἤ ἀκόμα καί γιά τήν ἐδαφική ἀκεραιότητα;
Τόν 19ο καί 20ο αἰῶνα ἐνισχύθηκαν αὐτές οἱ ἰδεολογίες καί “ἐπιστημονικά”, μέ πρωταγωνιστή τόν φαρμακοποιό καί στρατιωτικό γιατρό τοῦ Ναπολέοντος ᾶὠὑiὁn-ᾶὕsὁpὅ Virὁὥ, ὁ ὁποῖος καί ἐπωνομάστηκε “πατέρας τοῦ ἐπιστημονικοῦ ρατσισμοῦ”. Ὁ Virὁὥ κυκλοφόρησε τήν «Ἱ­στο­ρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους» σέ δύο ἐκδόσεις, τό 1801 καί τό 1824, ὅπου ὑποστήριξε ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τούς ἀνθρώπους σέ δύο δόσεις, πρῶτα τόν μαῦρο ὡς ἕνα ἐνδιάμεσο στάδιο μεταξύ πιθήκου καί ἀνθρώπου, καί ἔπειτα ἀπό κάποιο χρονικό διάστημα τόν λευκό, τόν πραγματικό ἄνθρωπο. Στήν δέ δεύτερη ἔκδοση ὑποστήριξε ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού ζεῖ σέ θερμά κλίματα παθαίνει χαλάρωση τῶν διανοητικῶν ἱκανοτήτων του, μέ ἄλλα λόγια, τοῦ ξηραίνεται τό μυαλό, μέ ἀποτέλεσμα ἕναν «κατώτερο πολιτισμό, λιγώτερο γνήσιο θᾶρρος, λιγότερη ἐργατικότητα καί δεξιο­τεχνία. Εἶναι περισσότερο δοσμένος στίς ἀπολαύσεις τῶν αἰσθήσεων παρά στήν αἴσθηση τοῦ ἠθικοῦ». Τό συμπέρασμα τοῦ Virὁὥ: «Ὑπάρχουν ἀνισότητες ἐκ φύσεως, ἄρα χρειάζονται καί τεχνητές ἀνισότητες γιά νά λειτουργῆ ἡ κοινωνία μέ τόν ἴδιο ἁρμονικό τρόπο σάν τή φύση».
Μιά “ὁμαλή” ἐξέλιξη ξεκίνησε ἀπ’ αὐτή τή θεωρία διά μέσου τῶν μετρήσεων τῆς κρανικῆς διαμέτρου πού διεξήγαγαν ὁ ἑarx καί ὁ ἁisὔarcὐ γιά διαπίστωση φυλετικῆς γνησιότητος μέχρι τίς θεωρίες περί τῆς “Ἁρείας” φυλῆς τοῦ Χιτλερικοῦ Ἐθνικοσοσιαλισμοῦ.
Αὐτές οἱ ἐθνικιστικές ἀντιλήψεις πού στηρίζονται ἀποκλειστικά στήν ὑπεροχή τοῦ ἑνός ἔθνους ἔναντι τῶν ἄλλων ἔχουν ἐξορίσει τήν ἔννοια τοῦ Πατριωτισμοῦ ἀπό τήν Εὐρώπη.
Ἀλλιῶς ὅμως εἶχαν τά πράγματα στόν τόπο μας. Δέν ἦταν ὁ ἐχθρός προϊόν τῆς φαντασίας καί ἰδεολογίας, ἀλλά ὑπαρκτός κατακτητής. Δέν ταιριάζει ὁ ὅρος «ἐπανάσταση» μέ τήν ἔννοια τῶν ἐπαναστάσεων στόν Εὐ­ρωπαϊκό χῶρο, ἀλλά ἐπρόκειτο γιά ἀπελευθερωτικό ἀγῶνα, γιά ἀποτίναξη τοῦ ξένου ζυγοῦ καί γιά ἐπιστροφή –ὅσο βέβαια ἦταν δυνατό– στήν προηγούμενη κατάσταση.
Οἱ Ἅγιοι καλλιεργητές τοῦ πνεύματος τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων, ὅπως ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ Ἅγ. Μακάριος Κορίνθου καί ὁ Ἅγ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος δέν προσπάθησαν νά συσπείρουν τοὺς Ἕλληνες ἐπιδεικνύοντας συνεχῶς τόν ἐχθρό, ἀλλά ἐνισχύοντας τήν ἀγάπη γιά τόν Χριστό καί τόν συνάνθρωπο καί διδάσκοντας ἐν ἔργῳ καί λόγῳ τά δόγματα καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἁκριβῶς τό ἀντίθετο συνέβη καί συμβαίνει ἀκόμα στήν προτεσταντική Δύση. Ἐκεῖ οἱ ἰθύνοντες προσπαθοῦν νά συγκρατήσουν τό λαό κοντά τους μέ κινδυνολογίες καί ἐκφοβισμούς.
Τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς συγχύσεως τῶν πραγμάτων καί τῆς νέας νοοτροπίας τά βιώνουμε ἔντονα τόν τελευταῖο καιρό: Ὅπως χάθηκε ἡ ἔννοια τοῦ πατριώτου καί πῆρε τή θέση του ἡ ἔννοια τοῦ ἐθνικιστοῦ, δηλ. ἐκείνου γιά τόν ὁποῖο ἡ πατρίδα ἔχει ἁξία μόνο ὅταν καί ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἐχθροί, ἔτσι χάθηκε καί ἡ ἔννοια τοῦ Χριστιανοῦ, τήν θέση τοῦ ὁποίου πῆρε ἡ ἔννοια τοῦ θρησκολήπτου, δηλ. ἐκείνου γιά τόν ὁποῖο ὁ Χριστός ἔχει ἀξία μόνο ὅταν καί ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἀντίχριστοι.
Δυστυχῶς κι’ ἐμεῖς ἔχουμε ἐπειρεασθεῖ ἀπ’ αὐτό τό πνεῦμα, κι’ ἐμεῖς ξεχνᾶμε κατά καιρούς ὅτι εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ, καί ἐνίοτε μᾶς ἑνώνει ἡ φοβία καί ὁ τρόμος.
Ἄς γίνη ἡ ἐπέτειος τῆς Παλιγγενεσίας μιά ἀφορμή νά πάψουμε νά παριστάνουμε τά ἀγρικάτσικα, νά ἐνταχθοῦμε στή μία ποίμνη ὑπό ἕνα Ποιμένα. Τότε θά ἔχουμε καί θά νιώθουμε τή χαρά νά ὑπάρχουμε καί νά ζοῦμε ἐν Χριστῷ.
Γιά νά ἐξετάσουμε πόσο πλησιάζουμε αὐτή τήν ἰδανική κατάσταση, χρειάζεται ἁπλά νά ἀπαντήσουμε μέ εἰλικρίνεια στό ἐρώτημα: Μᾶς χρειάζονται οἱ ἐχθροί γιά νά ἀγαπήσουμε τήν πατρίδα μας; Μᾶς χρειάζεται ὁ Ἀντίχριστος γιά νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό;
Ἄν ναί, πρέπει νά ψαχθοῦμε στὴν ἐντατική.
Ἄν ὄχι, ἄς ἀψηφήσουμε τά σημεῖα τῶν καιρῶν καί ἄς προχωρήσουμε ἑνωμένοι. Μποροῦμε νά φέρουμε καί νέα παλιγγενεσία, ἄρχει καί σήμερα ὁ Χριστός, ὑπάρχουν καί σήμερα ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ πού μποροῦν νά μᾶς φέρουν τόν Χριστό κοντά μας. Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν μόνο στήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου λάβαρο καί τρόπαιο. Εἶναι καί σήμερα καί θά εἶναι ἕως τῆς συντελείας τοῦ κόσμου «φρικτόν» θέαμα στά μάτια τῶν (ἀ)δυνάμεων τοῦ σκότους!

π. Γεώργιος Χάας
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 105 
Μάρτιος 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου