Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» - ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ



ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ
Στίς 7 Ἀπριλίου τοῦ 2012 συµπληρώνονται 33 χρόνια ἀπό τῆς κοιµήσεως τοῦ Ἁγιωτάτου Σέρβου Ἀρχιµανδρίτου Ἰουστίνου Πόποβιτς, τοῦ ὁποίου πρόσφατα διεκηρύχθη ἡ ἁγιότης ἀπό τό Πατριαρχεῖο τῆς Σερβίας.


Ὁ Χριστοµίµητος αὐτός ἀσκητής καί Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας µας ἐκοιµήθη στίς 25 Μαρτίου 1979 µέ τό παλαιό ἡµερο­λόγιο, πού ἀκολουθεῖ ἡ Σερβική Ἐκ­κλησία (7 Ἀπριλίου µέ τό δικό µας), στήν ἑορτή τοῦ Eὐαγγελισµοῦ τῆς Θεοτόκου, τήν ἡµέ­­ρα δηλαδή τῶν γενεθλίων του, δεδοµένου ὅτι τήν ἡµέρα τοῦ Εὐαγγελισµοῦ γεννήθηκε. Ἔτσι καί ἡ ἐπίγεια καί ἡ οὐράνεια γέννησή του εἶναι Εὐαγγελισµός!

Εἴχαµε τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά πα­ρα­στοῦµε µέ τήν πρεσβυ­τέρα µου στήν κη­δεία τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου καί νά γί­νου­µε κοι­νωνοί τῆς Θείας Χάριτος πού περιέβαλε τό σκήνωµά του.

Τίς πνευµατικές ἐντυπώσεις µας ἀπό τήν νεκρώσιµη Ἀκο­λου­θία τίς κατέγραψα σέ ἄρθρο µου µέ τίτλο «Μπροστά στόν τάφο τοῦ π. Ἰουστίνου», πού δηµοσιεύθηκε στήν ἐκκλησιαστική ἐφηµερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος», στίς 11 Μαῒου 1979 – Ἀρ. Φύλλου 356. Μέ πνευµατική χαρά δεχθήκαµε τήν ἐπαλήθευση τῶν τότε διαπιστώσεών µας πληροφορηθέντες τήν ἐπίσηµη ἀναγνώριση τοῦ π. Ἰουστίνου ὡς ἁγίου ἀπό τήν Ἱεραρχία τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας. Ἔγραφα τότε, τό 1979:

«Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ π. Ἰουστῖνος ἦταν ὁ προεξάρχων τῆς νεκρωσίµου ἀκολουθίας. Φαινόταν σά νά κοιµᾶται µέ πολύ εὐχάριστο, θεῖο ὕπνο. Εἶχε ἔντονο χαµόγελο, πού διακρι­νόταν καί ἀπό µακρυά. Δέν χωροῦσαν συναισθηµατισµοί ἐκεί­νη τήν ἡ­µέ­ρα. Δέν πίεζες τόν ἑαυτό σου νά αἰσθανθῆς ὁτι­δή­ποτε. Ἁπλῶς στεκόσουν µάρτυς ἄφωνος τῆς ἀναστάσεως τοῦ θεωθέντος ἀνθρώπου. Μάρτυς ἄφωνος τῆς εὐφροσύνης καί τῆς ζωῆς, πού ἀνέβλυζε µέσα ἀ­πό τό χαριτόβρυτο σῶµα τοῦ ἁ­γί­ου Πατρός. Δέν µποροῦσες νά ἀµφι­βάλλης. Δέν µποροῦσες νά ἔχης ἐνδοιασµούς. Δέν µπο­ροῦσε οὔ­τε ὁ λογισµός σου νά διστάση νά ὁµολογήση, πώς ὄντως ὁ π. Ἰουστῖνος εἶ­ναι ἅ­γιος, δο­ξασµένος ἀπό τόν Θεό. Ὅποιος ἔσκυψε καί ἀσπά­σθηκε τό ἅγιό του πρόσωπο, διέκρινε ἀµέσως, χωρίς καµµιά ἀµφιβολία, τά ἐνδεικτικά τῆς δόξης, πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό.

Δέν πρέπει νά ποῦµε τίποτε ἄλ­λο. Ἴσως εἶπα περισσότερα ἀπό ὅσα ἔπρεπε. Ὅµως, ὁ Θεός γνωρίζει ὅτι κα­τέθεσα τήν ἀλήθεια καί ὅτι τήν ἀλήθεια αὐτή δέν µοῦ ἐπέτρεπε ἡ συνείδησή µου νά τήν ἀποκρύψω. Πιστεύω πάντως µέ πίστη βεβαία ὅτι πολύ σύντοµα ὁ Θεός θά τόν φανερώση σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία»!

Πολλά σηµεῖα τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ –πέρα ἀπό τήν ἀξιολόγηση τοῦ προσώπου τοῦ π. Ἰουστίνου– εἶναι σήµερα περισσότερο ἐπί­καιρα ἀπό τότε πού γράφηκε. Ὅπως ὁ πνευµατικός σωβι­νισµός τῶν Θεολογικῶν µας Σχολῶν καί ὁ σχολαστικισµός στή µελέτη καί στήν ἀξιολόγηση τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκ­κλη­σίας µας, πρᾶγµα τό ὁποῖο ἔχει προκαλέσει στίς µέρες µας µεγάλη ἀναταραχή στόν θεολογικό κόσµο ἀλλά καί στό Πλήρωµα τῆς Ἐκκλησίας µας. Γι’ αὐτό κρίναµε σκόπιµο, σέ συνδυασµό µέ τήν ἐπέτειο τῆς κοιµήσεως τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου, νά ἀναδηµοσιεύσουµε τό ἄρθρο µας αὐτό τοῦ 1979:
«Μπροστά στόν τάφο τοῦ π. Ἰουστίνου 
ΚΟΙΜΗΣΗ τοῦ ὁµολογητοῦ Πατρός τῆς Καθολικῆς Ὀρθο­δόξου Ἐκκλησίας µας Ἀρχιµανδρίτου Ἰουστίνου Πόποβιτς µᾶς «συνήγαγε», µιά ὁµάδα Ἕλληνες, στό µοναστήρι τοῦ Τσέλιε πού βρίσκεται στήν πόλη Βάλιεβο τῆς Γιουγκοσλαβίας, δυόµισυ ὧρες ἔξω ἀπό τό Βελιγράδι.

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ εἶναι κρυµµένο µέσα στά δένδρα, σέ µιά τοποθεσία πού µοιάζει µέ φωληά. Χρειάζεται νά κατέβη κανείς ἀρκετά ἀπό τό ὕψος τοῦ δρόµου ἀνάµεσα στά δένδρα µέχρι νά φθάση ἔξω ἀπό τόν ξύ­λινο φράκτη του. Παρ’ ὅτι ὅµως βρί­σκεται µέσα σέ κοίλωµα τοῦ ἐδάφους καί ἀπό µακρυά φαίνεται θαµµένο, ὅ­ταν πλησιάσης, βλέπεις ὅτι ἔχει τόση ἐλευθερία γύρω του, τόσο ἀνοιχτό πε­δίο, τόσο ὁρίζοντα καί ἀπορεῖς καί θαυµάζεις, πῶς συµβαίνει νά ἐκφράζη καί ὁ χῶρος τῆς Μονῆς, αὐτό πού ἦταν ὁ π. Ἰουστῖνος. Κεκρυµµένος στά βάθη τῆς µαρτυρικῆς χώρας του, ἡ συνείδηση ὄντως τοῦ βασανισµένου αὐτοῦ λαοῦ, ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, ἐκείνης πού δέν συµβι­βάσθηκε µέ τό ἀπρόσωπο καθεστώς. Συγχρόνως ὅµως τόσο φανερός, τόσο δυνατός καί ἐλεύθερος. Ὑπερυψωµένος στό λαό του, στή χώρα του, πού δέν µπόρεσε νά τόν χωρέση. Ξεπέρασε τά ὅρια τῆς Σερβίας καί ἁπλώθηκε στόν κόσµο ὁλόκληρο σάν καθολικός Πατήρ καί Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας εὑρισκόµενος συνεχῶς στό σταυρό τοῦ µαρτυρίου του καί φέρων τά στίγµατα τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν φθάσαµε στό Μοναστήρι, τό ἱερατεῖο ἦταν µέ τά ἄµφιά του ἕτοιµο, γιά ν’ ἀρχίση ἡ νεκρώσιµη ἀκολουθία, πού φιλάδελφα καθυστέρησε, γιά νά προλάβουµε κι’ ἐµεῖς ἀπό τήν Ἀθήνα.

Στό κέντρο τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς τό σκήνωµα τοῦ π. Ἰουστίνου καί γύρω του οἱ ἀρχιερεῖς, τό ἱερατεῖο καί ὁ πιστός λαός, πού δέν χωροῦσε ὅλος στόν µικρό ναό καί εἶχε ἁπλωθῆ σέ ὅλη σχεδόν τήν ἔκταση τοῦ Μοναστηριοῦ. Πλῆθος τά αὐτοκίνητα. Πλῆθος πιστοῦ βασανισµένου λαοῦ, πού ἔκλαιγε σάν µικρό παιδί. Ἔβλεπε τόν Γέροντά του, τή ζωή του δηλαδή καί τήν ἐλπίδα του, αὐτόν πού εἶχε ὁµοιωθῆ µέ τό Χριστό, πού τόσο ἀγάπησε, νά κείτεται στό φέρετρο.

Μέσα στόν πιστό λαό καί πρόσωπα πού δέν εἶχαν καταλάβει ποιός ἦταν ὁ π. Ἰουστῖνος· καλλιτέχνες, λογοτέχνες, ζωγράφοι. Σέρβοι, πού ἦλθαν, γιά νά βρεθοῦν σέ µιά γραφική γι’ αὐτούς ἐκδήλωση. Μέσα στόν πιστό λαό ὅµως καί πορθηταί καί διῶ­κται τῆς Ἐκκλησίας. Πρόσωπα τῆς ἀσφαλείας, πράκτορες τοῦ συστήµατος µέ µαγνητόφωνα, κινηµατογραφικές καί φωτογρα­φικές µηχανές. Τά πρόσωπα αὐτά ἔγιναν ἀµέσως ἀντιληπτά, γιατί γνωρίζονται ἀπό τά διακριτικά τοῦ προσώπου τους. Τά πρόσωπα αὐτά εἶναι διεθνῆ. Εἶναι κοινά, ἴδια σέ ὅλα τά συστήµατα· σέ ὅλα τά κράτη. Δέν ἔχουν ἐθνικότητα, πατρίδα, θρησκεία, συναίσθηµα. Εἶναι παγερά καί ἀνέκφραστα. Ἄνθρωποι ροµπότ τῶν συστηµάτων, χωρίς προσωπικότητα, χωρίς βούληση. Τά πρόσωπα αὐτά δέν χρειάζεται κανείς νά στά συστήση. Τά γνωρίζεις ἀµέσως. Καί ὅµως εἶναι εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, πού τόσο ἀγάπησε ὁ π. Ἰουστῖνος. Πού τόσο τούς ἀγάπησε κι’ αὐ­τούς κι ὅµως δέν θέλησαν τήν ἀγάπη του, οὔτε τή µέρα τῆς ταφῆς του, πού ἦταν ἡµέρα Ἀναστάσεως καί συγγνώµης γιά ὅλους µας, πού εἴχαµε αὐτή τή µεγάλη εὐεργεσία ἀπό τό Θεό νά βρεθοῦµε προσκυνηταί τοῦ τιµίου σώµατός του.

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ π. Ἰουστῖνος ἦταν ὁ προεξάρχων τῆς νεκρωσίµου ἀκολουθίας. Φαινόταν σά νά κοιµᾶται µέ πολύ εὐχάριστο, θεῖο ὕπνο. Εἶχε ἔντονο χαµόγελο, πού διακρι­νόταν καί ἀπό µακρυά. Δέν χωροῦσαν συναισθηµατισµοί ἐκεί­νη τήν ἡµέρα. Δέν πίεζες τόν ἑαυτό σου νά αἰσθανθῆς ὁτι­δή­ποτε. Ἁπλῶς στεκόσουν µάρτυς ἄφωνος τῆς ἀναστάσεως τοῦ θεωθέντος ἀνθρώπου. Μάρτυς ἄφωνος τῆς εὐφροσύνης καί τῆς ζωῆς, πού ἀνέβλυζε µέσα ἀπό τό χαριτόβρυτο σῶµα τοῦ ἁγίου Πατρός. Δέν µποροῦσες νά ἀµφιβάλλης. Δέν µποροῦσες νά ἔχης ἐνδοιασµούς. Δέν µποροῦσε οὔτε ὁ λογισµός σου νά διστάση νά ὁµολογήση, πώς ὄντως ὁ π. Ἰουστῖνος εἶναι ἅγιος, δοξασµένος ἀπό τόν Θεό. Ὅποιος ἔσκυψε καί ἀσπάσθηκε τό ἅγιό του πρόσωπο, διέκρινε ἀµέσως, χωρίς καµµιά ἀµφιβολία, τά ἐνδεικτικά τῆς δόξης, πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό.

Δέν πρέπει νά ποῦµε τίποτε ἄλλο. Ἴσως εἶπα περισσότερα ἀπό ὅσα ἔπρεπε. Ὅµως, ὁ Θεός γνωρίζει ὅτι κατέθεσα τήν ἀλήθεια καί ὅτι τήν ἀλήθεια αὐτή δέν µοῦ ἐπέτρεπε ἡ συνείδησή µου νά τήν ἀποκρύψω. Πιστεύω πάντως µέ πίστη βεβαία ὅτι πολύ σύντοµα ὁ Θεός θά τόν φανερώση σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία.

Κατά τή διάρκεια τῆς ἀκολουθίας µίλησαν πολλοί γιά τόν π. Ἰουστῖνο. Θά ἤθελα νά σταθῶ στήν ὁµιλία τοῦ πνευµατικοῦ του τέκνου, τοῦ π. Ἀµφιλοχίου. Μίλησε µέ τόση παρρησία γιά τό ἄθεο καθεστώς, γιά τά σχίσµατα τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, σκιαγραφῶντας παράλληλα καί τή µορφή τοῦ Γέροντά του, πού κύριο χαρακτηριστικό του ἦταν ἡ µεγάλη ἀγάπη του γιά τό Χριστό, πού τόν ἔβλεπε σάν µοναδικό κριτήριο τοῦ κόσµου καί τοῦ ἀνθρώπου. Ἔβλεπε τόν ἄνθρωπο νά συναρµολογῆ καί νά ἐνοποιῆ τόν ἑαυτό του µέσα στόν Θεάνθρωπο Χριστό, καί πονοῦσε βαθειά γιά τήν τραγωδία τοῦ Δυτικοῦ πολιτισµοῦ καί ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων πολιτισµῶν, πού εἶχαν σάν µέτρο ὄχι τόν Θεάνθρωπο, ἀλλά τόν πεπτωκότα ἄν­θρωπο. Συνέλαβε ὁ π. Ἰουστῖνος, αὐτός µόνος, τό πραγµατικό καί µοναδικό πρόβληµα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, πού εἶναι νά γνωρίση τό ἀληθινό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, µέ τό ὁποῖο θά λύση ὅλα τά προβλήµατα ὅλων τῶν ἐποχῶν καί ὅλων τῶν κόσµων.

Ὁ π. Ἀµφιλόχιος µίλησε µέ παρρησία φανερώνοντας τό «µαρ­τύριον τῆς συνειδήσεως» τοῦ Γέροντός του καί τό δικό του· τῶν πνευµατικῶν του ἀδελφῶν καί τῶν πιστῶν ἀνθρώπων τῆς πατρίδος του. Μέ τή στάση του ἔδειξε τό δένδρο, πού τόν γέννησε. Μέ τήν ὁµολογία του «ἔµπροσθεν τῶν ἀνθρώπων», τόν καρπό αὐτό τῆς πνευµατικῆς ὡριµότητος καί τῆς ὀδύνης, µᾶς ὑπέδειξε µέ τόν πιό εὔγλωττο τρόπο ὅτι πρέπει νά γνωρίσουµε καί ἀπό τούς καρπούς του τό δένδρο, γιατί, πράγµατι, ὁ π. Ἰουστῖνος ἦταν «ὡς τό ξύλον τό πεφυτευµένον παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων». Ἀκούγοντας τά λόγια τοῦ π. Ἀµφιλοχίου δέν µποροῦσες νά µή συνειδητοποιήσης τό πόσο µακρυά βρισκόµαστε ἀπό τήν ὡριµότητα αὐτή. Ἐµεῖς οἱ ἐλεύθεροι Ἕλληνες µπορούσαµε µέ τήν παρουσία µας µόνο, τελείως ἀνώδυνα, τελείως ἀκίνδυνα, νά προσφέρουµε πολύ µεγάλη βοήθεια στούς ἀδελφούς µας τῆς Σερβίας. Δέν θά µᾶς στοίχιζε τίποτε, καί ὅµως δέν ἐκπροσωπήθηκε ὅσο ἔπρεπε ἡ χώρα µας στό µεγάλο αὐτό γεγονός τῆς Ὀρθοδοξίας, στήν ταφή ἑνός ἁγίου της.



Συνοδεύοντας τό φέρετρο µαζί µέ τόν π. Νικόλαο Ἰωαννίδη


Ἡ παρουσία κληρικῶν καί λαϊκῶν ἀπό τήν Ἑλλάδα θά ἦταν µιά ἀποδοκιµασία γιά τόν κλῆρο ἐκεῖνο τῆς Σερβίας, πού ἔκλινε γόνυ στό σύγχρονο Βάαλ καί περιφρόνησε τόν πολύτιµο θησαυρό του, τόν π. Ἰουστῖνο. Θά ἦταν µιά πράξη συµπαραστάσεως καί ἀγάπης, πού θά ἔφερνε πολλούς καρπούς στούς ἀδελφούς µας, πού δοκιµάζονται. Καί ὅµως δέν ἔγινε. Δέν κατακρίνω κανένα. Δέν µοῦ ἐπιτρέπεται. Ἐξ ἄλλου πολλοί θέλησαν καί ἀπό τό ἅγιο Ὄρος καί δέν τούς δόθηκε ἄδεια, ὅπως ἐπίσης καί ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας µας, πού δέν πρόλαβαν νά βγάλουν διαβατήρια. Λέω µόνο µέ πόνο καί πικρία πώς ἔνοιωσα ντροπή. Ἔνοιωσα τήν ὥρα τῆς Ἀκολουθίας, πώς σάν ἔθνος ἐµεῖς οἱ Ἕλληνες προδώσαµε τήν ἀγάπη, πού εἶχε αὐτός ὁ ἄνθρωπος γιά µᾶς. Ἐκεῖνος µιλοῦσε, ὅσο ζοῦσε, γιά τόν Ἑλληνισµό καί ἔκλαιγε. Ἔφθανε στό σηµεῖο νά λέη τόσα πολλά γιά µᾶς τούς Ἕλληνες, ὥστε νά ἀκούη ἀπό τά πνευµατικά του τέκνα: «–Μά καλά, ἐµεῖς δέν ἔχουµε τίποτε καλό; Μόνο ὁ Ἑλληνισµός ἀξί­­ζει;» Ἦταν ὁ µεγαλύτερος φιλέλληνας µέ τήν σωστή καί ἀπαθῆ ἔννοια τοῦ ὅρου. Γνώριζε, ἴσως ὅσο κανείς, τή µυστική σηµασία πού ἔχει ὁ Ἑλληνισµός γιά τήν Ὀρθοδοξία, κάτι πού εἶναι ἄσχετο µέ τόν σωβινισµό µας.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ αὐτός ὅµως, κατηγορήθηκε ἀπό µᾶς ὅτι δέν µπόρεσε νά ξεπεράση τήν πίστη του στόν Πανσλαβισµό. Τό πόσο µακρυά ἀπ’ τήν ἀλήθεια βρίσκεται αὐτή ἡ κατηγορία φαίνεται καί µέ µιά ἁπλῆ ἐπίσκεψη στό Μοναστήρι τοῦ Τσέλιε. Μᾶς ὑποδέχθηκαν ἐκεῖ καί µᾶς περιποιήθηκαν µέ τέτοια ἀγάπη καί ταπείνωση, µέ τέτοια Ἀβραµιαία φιλοξενία, πού ξεπερνᾶ κατά πολύ τή δική µας σέ ποιότητα. Ἡ ὑποδοχή καί ἡ περιποίηση, πού µᾶς ἔγινε, ἔδειξε φανερά σέ ὅλους µας, ὅσο ἀνυποψίαστοι καί νά εἴµαστε, τόν βαθύτατο σεβασµό πού ἔτρεφε ὁ Γέροντάς τους γιά τούς Ἕλληνες ἀπό τόν ὁποῖο καί τόν παρέλαβαν. Ἡ ἀγάπη πού νοιώσαµε στό Μοναστήρι τοῦ Τσέλιε ἦταν ἀγάπη ὄχι ἁπλῶς ἀδελφῶν ἀλλά ἀγάπη Χριστοῦ. Ὁ Θεός νά ἀνταποδώση ὅ,τι ἔκαναν γιά µᾶς καί ὅσα µᾶς ἔδωσαν, κατά τό ἄπειρο Αὐτοῦ Ἔλεος.

Εἶναι πικρά αὐτά πού γράφω γιά µᾶς τούς Ἕλληνες, ἀλλά χωρίς πικρία καί στενοχωρία δέν ἔρχεται µετάνοια. Ντρέποµαι, πρῶτος ἐγώ, πού γνώρισα ἀπό κοντά καί εὐεργετήθηκα τόσο στήν πνευµατική µου ζωή ἀπό τή φυτεία τοῦ π. Ἰουστίνου. Ντρέποµαι, πού δέν ἔχω δείξει τήν εὐγνωµοσύνη καί τήν τιµή πού πρέπει στά πρόσωπα τῶν Σέρβων ἀδελφῶν µας.

Δέν προχωρῶ στίς ἐπικρίσεις πού δέχθηκε ἀπό ὅλες τίς πλευρές γιά τή στάση του στό θέµα τῆς συγκλήσεως τῆς λεγοµένης «Μεγάλης Συνόδου». Δέν εἶµαι ἁρµόδιος νά µιλήσω γι’ αὐτό τό µεγάλο θέµα. Γι’ αὐτό εἶναι µόνο ἁρµόδιοι οἱ ἅγιοι πατέρες µας, πού πέρασαν τό «παρά φύσιν» καί τό «κατά φύσιν» καί ζοῦν «ὑπέρ φύσιν». Οἱ ἅγιοι Γέροντες, πού ζοῦν σήµερα στή γῆ µας, σ’ ὁποιοδήποτε µέρος της κι’ ἄν βρίσκονται, «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσµος». Ἕνα µόνο θέλω νά παρατηρήσω. Καταφέραµε µέ τή στάση µας νά µή παραδεχόµαστε σήµερα ἀσφαλῆ ὁδηγό σέ κανένα πνευµατικό θέµα. Καταφέραµε νά µή θεωρεῖται στίς ἡµέρες µας ὅτι κατέχει τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ κανείς ἀπό τούς «ἐν ζωῇ» Γέροντες, ἐκείνους πού τή θεολογία τους τήν ἀντλοῦν ὄχι µόνο ἀπό τίς γνώσεις τῆς νοήσεως ἀλλά ἀπό τήν καθαρή καί ἀµετεώριστη προσευχή τους. Συνεχῶς ἀντιλογίες γλωσσῶν, κενές ἀπό οὐσία καί βασισµένες µόνο στή γνώση τῶν σπουδαστηρίων καί στήν ἐξυπνάδα τοῦ µυαλοῦ. Φαντάζοµαι πῶς θά ἀντιµετωπίζαµε σήµερα τόν Μέγα Βασίλειο, ἄν ἔλεγε σέ µᾶς, αὐτό πού εἶπε σέ µιά κρίσιµη στιγµή στήν ἐποχή του, ὅταν γινόταν παρόµοια ἀντιλογία: «Ὁ µή ὤν µετ’ ἐµοῦ, οὐκ ἔστι µετά τῆς ἀληθείας»! Ἀλλοίµονο, ἄν στίς ἡµέρες µας δέν ὑπάρχη κανείς, πού νά ἐκφράζη αὐθεντικά τήν καθολική ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ!

Ἀποτέλεσµα τῆς στάσεως αὐτῆς ἦταν νά ἀπουσιάσουν ἀπό τήν ταφή τοῦ π. Ἰουστίνου οἱ Θεολογικές Σχολές Ἀθηνῶν καί Θεσσα­λονίκης. Μοναδική τιµητική ἐξαίρεση, ὅσο γνωρίζω, ὁ καθηγητής κ. Μουρατίδης πού ἔστειλε ἐκπρόσωπό του, γιατί ὁ ἴδιος ἦταν ἄρ­ρω­στος. Θά ἦταν πολύ παρήγορο νά ἦταν συµπτωµατική ἁπλῶς ἡ ἀ­που­σία τῶν καθηγητῶν τῆς Θεολογικῆς, ἀλλά δέν ἀναπαύεται µέ αὐτό εὔκολα ὁ λογισµός. Οὔτε ἕνας βοηθός τοῦ Πανεπιστηµίου δέν βρέθηκε παρών. Λυπηρό πολύ τό φαινόµενο. Στά φοιτητικά µου χρόνια µοῦ δόθηκε εὐκαιρία νά ἀποκτήσω θλιβερή πεῖρα, γιά τό πῶς ἀντιµετωπίζεται ἀπό τούς περισσοτέρους Ἕλληνες θεολόγους ἡ θεολογία τῶν Σλαβικῶν χωρῶν. Οἱ Σλάβοι θεωροῦνται σάν κατωτέρας ποιότητος θεολό­γοι! Δέν καταλαβαίνουµε ὅτι προσβάλλουµε τή νο­η­µοσύνη καί τήν ἀξιοπρέπειά µας, ὅταν δέν ἀναγνωρίζουµε ὅτι ἄν ἡ θεολογία τοῦ τόπου µας παρουσιάζη µιά καλή στροφή πρός τίς πηγές τῆς ζωῆς, αὐτό τό ὀφείλουµε, σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου, στούς Σέρ­βους µαθητάς τοῦ π. Ἰουστίνου, πού µᾶς γνώρισαν τήν µορφή καί τή Θεολογική Πατερική σκέψη τοῦ Γέροντά τους.

Ἀνήκω στή γενιά πού γνώρισε τήν δίψα τῶν καθαρῶν πηγῶν καί εἶµαι σέ θέση νά γνωρίζω, πώς ἀπό τότε πού γνωρίσαµε αὐ­τούς τούς ἀν­θρώπους, ἀγαπήσαµε τήν Ἐκκλησία καί τή Θεο­λογία. Αὐτοί οἱ ἄν­θρω­ποι ἀπό τή Σερβία µᾶς γνώρισαν καί τούς Ἕλληνες Γέροντές µας ἀκόµη, πού µέχρι τότε δέν γνωρίζαµε, γιατί δέν εἴχαµε τήν πνευµατική αἴσθηση νά τούς καταλάβουµε.

Θεωροῦµε τούς Σέρβους ἁπλῶς σάν φοιτητάς τοῦ Πανε­πι­στηµίου µας, ἐπειδή ἦλθαν καί ὑπέβαλαν διατριβές στήν Ἑλ­λά­δα καί δέν θέλουµε νά παραδεχθοῦµε ὅτι κείµενα σάν τήν «Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἀπ. Παύλου», «Τό Μυστήριο τῆς Ἁγ. Τριάδος κατά τόν Ἅγ. Γρηγόριον Παλαµᾶν», καί «τό Μυστήριον τῆς σωτηρίας κατά τόν Ἅγ. Μάξιµον» –µέ τά κείµενα τοῦ π. Ἰουστίνου δέν γίνεται σύγκριση– δέν εἶναι εὔκολο νά φανοῦν ἀπό Ἕλληνες Θεολόγους γιά πολλά χρόνια.

Μέχρι νά καθαρθῆ ἡ Θεολογία µας τελείως ἀπό τίς µολύνσεις τόσων χρόνων θά περάση καιρός πολύς. Ἤδη καί τώρα βρίσκεται σέ λάθος δρόµο. Ἀκολουθεῖ βέβαια, κατά κανόνα, Πατερική κατεύθυνση. Χρησιµοποιεῖ τή θεολογία τῶν Πατέρων, ἀλλά δέν τήν βιώνει. Τήν συλλαµβάνει διανοητικά, ἐγκεφαλικά· δέν εἶναι καρπός πνευµατικῆς πορείας καί ἀσκήσεως, καρπός λειτουργικῆς ζωῆς. Ἔτσι φαίνεται γιά µιά ἀκόµη φορά ὅτι εἶναι λειψός ὁ θεολόγος, πού δέν εἶναι λειτουργός.

Μ’ αὐτές τίς προοπτικές, ἄν δέν βρεθοῦν πρόσωπα µέ βιώµατα καί συνέπεια πνευµατική, ἡ θεολογία µας παίρνει τό δρόµο τοῦ Σχολαστικισµοῦ µέ Πατερικό προσωπεῖο. Ἤδη στίς περισσότερες Πατερικές ἐκδόσεις, ὅπου ἐπιχειρεῖται παρουσί­αση κειµένων ἤ ὁποιαδήποτε εἰσαγωγή, παρακολουθεῖ κανείς µέ θλίψη νά γίνεται ἀνατοµία στούς Πατέρες καί Διδασκάλους του, σά νά πρόκειται γιά κοινούς ἀκαδηµαϊκούς θεολόγους.

ΜΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ πού ἔγραψα δέν θέλησα νά ἀποκαλύψω τή γύµνωση τῶν Πατέρων καί ἀδελφῶν µου, ἀλλά νά ὑπενθυµίσω, πρῶτα στόν ἑαυτό µου, ἕνα χρέος ἱερώτατο. Δείξαµε ἀγνωµοσύνη καί µικρότητα. Ὁ θάνατος τοῦ π. Ἰουστίνου ἄς γίνη ἀφορµή µετανοίας γιά ὅλους µας. Ἄς πλησιάσουµε τόν τάφο του καί ἄς γονατίσουµε µέ εὐλάβεια ὅλοι ὅσοι τόν πικράναµε καί ἐκεῖ νά νοιώσουµε τήν ἀγάπη πού ἔτρεφε καί τρέφει γιά µᾶς. Ἐκεῖ νά νοιώσουµε καί τήν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν µας Σέρβων, πού τόσο ἀνεξίκακα δέχονται τήν ἀγνωµοσύνη µας καί µᾶς δείχνουν τόση ἀγάπη καί σεβασµό. Τότε ὑπάρχει ἐλπίδα. Θά εἶναι ἕνα σηµάδι ὅτι ὁ Θεός µπορεῖ νά µετανοήση καί νά µήν ἀφήση τόν οἶκο µας ἔρηµο. Τή γῆ µας, πού τόσο ἀγάπησε αὐτός, πού τόσο περιφρονήσαµε.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ

Πρεσβύτερος»

Ὀρθόδοξος Τύπος» Ἀρ. Φύλλου 356 – 11 Μαῒου 1979)     



Τρισάγιο τήν ἑποµένη τῆς ταφῆς τοῦ π. Ἰουστίνου ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Χανίων κ. Εἰρηναῖον (νῦν Ἀρχιεπίσκοπον Κρήτης), τόν π. Ἀθανάσιο Γιέφτιτς (νῦν Μητροπολίτη) καί τόν γράφοντα. Συµπροσεύχονται ὁ π. Ἀµφιλόχιος Ράντοβιτς (νῦν Μητροπολίτης Μαυ­ροβουνίου), ἡ ἡγουµένη τοῦ Τσέλιε, ὁ π. Ἀρτέµιος Ραντοσάβλιεβιτς καί ὁ π. Εἰρηναῖος Μπούλοβιτς, τότε Ἀρχιµανδρῖται καί σήµερα Μητροπολῖται τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας.



Τό φωτογραφικό ὑλικό πού παραθέτουµε µᾶς ἐδόθη κατά τήν παραµονή µας στήν τότε Γιουγκοσλαβία, στήν ὁποία µεσουρα­νοῦσε ἀκόµη τό δικτατορικό καθεστώς τοῦ Τίτο. Ἰδιαίτερη εὐλογία γιά µᾶς ἦταν µιά φωτογραφία τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου, πού µᾶς προσφέρθηκε, φέρουσα τήν ἰδιόχειρη ὑπογραφή του, ἐνῶ ἄλλες φωτογραφίες του φέρουν τήν ὑπογραφή του ἀπό σφραγίδα. Πρόκειται γιά τήν φωτογραφία τοῦ ἁγ. Ἰουστίνου µέ τά ἄµφιά του τῆς σελίδος 152.

Οἱ προσευχές του νά µᾶς συνοδεύουν, νά µᾶς προστατεύουν καί νά µᾶς φωταγωγοῦν.

πρωτ. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 118 
Ἀπρίλιος 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου