«ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ
ΥΜΝΟΣ»
Ἕνας Ὕµνος πού δέν ἡττᾶται ἀπό τόν χρόνο
Ἰδιαίτερη
εἶναι ἡ ἀγάπη καί ξεχωριστός ὁ σεβασµός, µέ τόν ὁποῖο τό σύνολο τοῦ πληρώµατος
τῆς Ἐκκλησίας περιβάλλει τήν Ἀκολουθία τοῦ Ἀκάθιστου Ὕµνου. Ἀγάπη καί σεβασµός
πού πηγάζουν καί ἐµπνέονται ἀπό τό πρόσωπο πρός τό ὁποῖο ἀπευθύνεται ἡ Ἀκολουθία,
ἀπό τήν ἐκφραστικότητα καί τόν πλοῦτο τῶν κειµένων, ἀπό τό µελωδικό ἔνδυµα τῶν
λόγων. Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕµνου, ἡ πλέον ἴσως δηµοφιλής ἱερά Ἀκολουθία
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τόν πατέρα Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο, ἔχει ἐπικρατήσει
νά λέγεται ὁ ὕµνος ἐκεῖνος πρός τιµήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ψάλλεται
στούς Ἱερούς Ναούς µας κάθε Παρασκευή τῶν πρώτων πέντε ἑβδοµάδων τῆς Ἁγίας καί
Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Γιατί ὀνοµάζεται «Ἀκάθιστος»;
Ὁ ὕµνος αὐτός ὀνοµάζεται
«Ἀκάθιστος» ἀπό τήν ὄρθια στάση πού τηροῦν οἱ πιστοί κατά τή διάρκεια τῆς
ψαλµωδίας του, οἱ ὁποῖοι µέ τά λόγια καί µέ τή στάση τοῦ σώµατος ἐκφράζουν
τήν τιµή, τήν ἀγάπη, τό σεβασµό, τήν ἰδιαίτερη εὐλάβεια καί τήν εὐχαριστία πρός
Ἐκείνη, πρός τήν ὁποία ἀπευθύνουµε τούς Χαιρετισµούς µας. Ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος
ἀρχίζει µέ τόν Εὐαγγελισµό τῆς Θεοτόκου, ὁµιλεῖ στή συνέχεια περί τῆς
ἐπισκέψεως τῆς Παναγίας πρός τήν Ἐλισάβετ, περί τῶν ὑποψιῶν τοῦ προστάτου τῆς
Παρθένου Ἰωσήφ, περί τῆς προσκυνήσεως τοῦ Κυρίου ἀπό τούς ποιµένες καί τούς Μάγους,
περί τῆς φυγῆς τοῦ Χριστοῦ στήν Αἴγυπτο, περί τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, περί
τῆς Σαρκώσεως τοῦ Κυρίου, τῆς Θεώσεως τῶν ἀνθρώπων καί τῆς Θεοµητορικῆς ἀξίας
τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος, τό
ἀριστούργηµα αὐτό τῆς Βυζαντινῆς ὑµνογραφίας, τό ὁποῖο εἶναι γραµµένο πάνω
στούς κανόνες τῆς ὁµοτονίας, ἰσοσυλλαβίας καί ἐν µέρει τῆς ὁµοιοκαταληξίας
εἶναι ἕνα «Κοντάκιο». Στά παλαιότερα χρόνια τά «Κοντάκια» ἦσαν ὁλόκληροι
ὕµνοι, ἀνάλογοι πρός τούς «Κανόνες», οἱ ὁποῖοι ὀνοµάζονταν ἔτσι µᾶλλον λόγῳ
τοῦ κοντοῦ ξύλου ἐπί τοῦ ὁποίου ἐτυλίγετο ἡ µεµβράνη πού περιεῖχε τούς ὕµνους.
Τό πρῶτο τροπάριο τοῦ «Κοντακίου» ὀνοµάζονταν «προοίµιο», ἐνῶ τά ἑπόµενα,
«Οἶκοι», µᾶλλον διότι ὅλος ὁ ὕµνος θεωροῦνταν ὡς σύνολο οἰκοδοµηµάτων
ἀφιερωµένων στή µνήµη Ἁγίων.
Τά µέρη πού συνθέτουν τόν
«Ἀκάθιστον Ὕµνον»
Ὁ
Ἀκάθιστος Ὕµνος, ἑποµένως, ἀποτελεῖται ἀπό τό γνωστό σέ ὅλους µας «προοίµιο»,
«Τῇ Ὑπερµάχῳ Στρατηγῷ», καί ἀπό 24 «Οἴκους» (στροφές) σέ Ἑλληνική ἀλφαβητική
ἀκροστιχίδα, ἀπό τό Α ἕως τό Ω. Κατά τίς πρῶτες τέσσερις ἑβδοµάδες τῆς Μεγάλης
Τεσσαρακοστῆς ψάλλονται διαδοχικά ἀνά ἕξι, οἱ «Οἶκοι» τοῦ Ὕµνου, ἐνῶ, κατά
τήν πέµπτη ἑβδοµάδα, ψάλλεται ὁλόκληρος ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος.
Τόσο τά τµήµατα τοῦ Ἀκαθίστου
Ὕµνου ὅσο καί ὁλόκληρος ὁ Ὕµνος ψάλλονται µαζί µέ εἰδικό «Κανόνα», ὁ ὁποῖος
ἀρχίζει µέ τόν εἱρµό «Ἀνοίξω τό στόµα µου». Ψάλλονται δέ στό µέσο περίπου τῆς
Ἀκολουθίας τοῦ «Μικροῦ Ἀποδείπνου», δηλαδή τῆς ὡραίας ἐκείνης προσευχῆς τῆς
Ἐκκλησίας µας, πού λέγεται καθηµερινά µετά ἀπό τό δεῖπνο.
Τό ἱστορικό τοῦ Ὕµνου
Τό ἱστορικό γεγονός µέ τό
ὁποῖο συνεδέθη ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕµνου εἶναι ἡ ἐπί τοῦ αὐτοκράτορος
Ἡρακλείου πολιορκία καί ἡ θαυµαστή σωτηρία τῆς Κωνσταντινουπόλεως τήν 8η
Αὐγούστου τοῦ ἔτους 626.
Τό ἔτος ἐκεῖνο καί ἐνῷ ὁ
Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος ἡγοῦνταν ἐκστρατείας τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ κατά τῶν
Περσῶν, ἡ Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αἰφνιδίως ἀπό τούς Ἀβάρους. Γνωρίζοντας
τήν ἀπουσία τοῦ στρατοῦ, οἱ Ἄβαροι ἀπέρριψαν κάθε πρόταση ἐκεχειρίας καί τήν 6η
Αὐγούστου κατέλαβαν τήν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν σέ συνεργασία µέ τούς Πέρσες.
Τή νύχτα τῆς 7ης πρός 8η
Αὐγούστου, καί ἐνῷ οἱ Ἄβαροι ἑτοιµά-
ζονταν γιά τήν τελική ἐπίθεση ὁ Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τά τείχη τῆς Πόλης µέ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας καί ἐνεθάρρυνε τό λαό σέ ἀντίσταση. Τή νύχτα ἐκείνη, φοβερός ἀνεµοστρόβιλος, πού ἀποδόθηκε –χωρίς ἀµφιβολία– σέ θεϊκή ἀρωγή, δηµιούργησε τρικυµία καί κατέστρεψε τόν ἐχθρικό στόλο, ἐνῷ ἀντεπίθεση τῶν ἀµυνοµένων προξένησε τεράστιες ἀπώλειες στούς Ἀβάρους καί τούς Πέρσες, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάστηκαν νά λύσουν τήν πολιορκία καί νά ἀποχωρήσουν ἄπρακτοι.
ζονταν γιά τήν τελική ἐπίθεση ὁ Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τά τείχη τῆς Πόλης µέ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας καί ἐνεθάρρυνε τό λαό σέ ἀντίσταση. Τή νύχτα ἐκείνη, φοβερός ἀνεµοστρόβιλος, πού ἀποδόθηκε –χωρίς ἀµφιβολία– σέ θεϊκή ἀρωγή, δηµιούργησε τρικυµία καί κατέστρεψε τόν ἐχθρικό στόλο, ἐνῷ ἀντεπίθεση τῶν ἀµυνοµένων προξένησε τεράστιες ἀπώλειες στούς Ἀβάρους καί τούς Πέρσες, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάστηκαν νά λύσουν τήν πολιορκία καί νά ἀποχωρήσουν ἄπρακτοι.
Τήν 8η Αὐγούστου, ἡ Πόλη εἶχε
σωθεῖ ἀπό τή µεγαλύτερη ὡς τότε ἀπειλή τῆς ἱστορίας της. Ὁ λαός θέλοντας νά
πανηγυρίσει τή σωτηρία του, τήν ὁποία ἀπέδιδε σέ συνδροµή τῆς Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε
στό Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν. Τότε, κατά τήν παράδοση, ὄρθιο τό πλῆθος
ἔψαλε τόν ἀπό τότε λεγόµενο «Ἀκάθιστο Ὕµνο» στήν Παναγία, ἀποδίδοντας τά
«νικητήρια» καί τήν εὐγνωµοσύνη του στήν Ὑπέρµαχο Στρατηγό.
Οἱ ἀπόψεις γιά τή σύνθεση τοῦ
«Ἀκαθίστου»
Κατά τήν ἐπικρατέστερη
ἄποψη, δέν ἦταν δυνατό νά συνετέθη ὁ ὕµνος σέ µία νύκτα. Ἄρα, µᾶλλον εἶχε συντεθεῖ
νωρίτερα καί µάλιστα θεωρεῖται ὅτι ψαλλόταν στό συγκεκριµένο ναό στήν
ἀγρυπνία τῆς 15ης Αὐγούστου κάθε ἔτους. Ἁπλῶς ἐκείνη τήν ἡµέρα ὁ ὕµνος ἐψάλη
«ὀρθοστάδην» καί ἀντικαταστάθηκε τό ὡς τότε προοίµιο «Τό προσταχθέν µυστικῶς
λαβών ἐν γνώσει» µέ τό ὡς σήµερα χρησιµοποιούµενο «Τῇ Ὑπερµάχῳ Στρατηγῷ τά
νικητήρια», τό ὁποῖο ἔδωσε τόν δοξολογικό καί ἐγκωµιαστικό τόνο στόν ὡς τότε
διηγηµατικό καί δογµατικό ὕµνο. Σύµφωνα ὅµως µέ ἄλλες ἱστορικές πηγές, ὁ
Ἀκάθιστος Ὕµνος συνδέεται καί µέ ἄλλα παρόµοια γεγονότα, ὅπως τίς πολιορκίες
καί τήν σωτηρία τῆς Κωνσταντινούπολης ἐπί τῶν Αὐτοκρατόρων Κωνσταντίνου τοῦ
Πωγωνάτου (673), Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (717-718) καί Μιχαήλ Γ΄ (860).
Ἐνῷ εἶναι ἀδιαµφισβήτητο ὅτι ὁ
ὕµνος ψαλλόταν ὡς εὐχαριστήρια ᾠδή πρός τήν Ὑπέρµαχο Στρατηγό τῆς Βυζαντινῆς
Αὐτοκρατορίας, ἐν τοῦτοις τό πρόβληµα τῆς σύνθεσης τοῦ Κοντακίου τοῦ Ἀκάθιστου
Ὕµνου παραµένει µέχρι καί σήµερα ἕνα ἀπό τά σηµαντικότερα καί δυσκολότερα
φιλολογικά προβλήµατα. Σέ ὅλη τή χειρόγραφη παράδοση ὁ ὕµνος φέρεται ὡς
ἀνώνυµος, ἐνῷ ὁ Συναξαριστής πού τόν συνδέει µέ τά γεγονότα τοῦ Αὐγούστου τοῦ
626 δέν ἀναφέρει οὔτε τό χρόνο τῆς σύνθεσής του, οὔτε τόν µελωδό του.
Ἡ παράδοση πάντως ἀποδίδει τόν
Ἀκάθιστο Ὕµνο στόν µεγάλο βυζαντινό ὑµνογράφο τοῦ 6ου αἰῶνα, Ρωµανό τόν Μελωδό.
Τήν ἄποψη αὐτή ὑποστηρίζουν πολλοί ἐρευνητές, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι οἱ
ἐκφράσεις τοῦ ὕµνου, ἡ γενικότερη ποιητική του ἀρτιότητα καί δογµατική του
πληρότητα δέν µποροῦν παρά νά ὁδηγοῦν στόν Ρωµανό τόν Μελωδό. Ἄλλοι
µελετητές θεωροῦν ὅτι τόν Ἀκάθιστο Ὕµνο τόν συνέθεσε εἴτε ὁ Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως Γερµανός ὁ Α΄, εἴτε ὁ µοναχός Κοσµᾶς ὁ Μελωδός, οἱ ὁποῖοι
ἔζησαν τά γεγονότα τῆς θαυµαστῆς λύτρωσης τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τήν
πολιορκία τῆς Πόλης ἀπό τούς Ἄραβες τό 718, ἐπί Αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ
Ἰσαύρου.
Ἄλλες, λιγότερο πιθανές ἀπόψεις,
θεωροῦν ὡς µελῳδό τοῦ ὕµνου τόν Πατριάρχη Σέργιο, τόν σύγχρονο µέ τήν πολιορκία
Γεώργιο Πισίδη, τόν ἱερό Φώτιο, τόν Ἀπολλινάριο τόν Ἀλεξανδρέα, τόν Μητροπολίτη
Νικοµήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, κ.ἄ.
Βέβαιο εἶναι, πάντως, ὅτι οἱ
εἱρµοί τοῦ Κανόνα τοῦ Ἀκάθιστου Ὕµνου εἶναι ἔργο τοῦ Ἰωάννου Δαµασκηνοῦ, ἐνῷ τά
τροπάρια, τοῦ Ἰωσήφ Ξένου τοῦ Ὑµνογράφου.
Ὅποιος ὅµως καί ἄν ἦταν ὁ
ποιητής πού συνέθεσε τόν Ἀκάθιστο Ὕµνο καί µέ ὁποιοδήποτε ἱστορικό γεγονός ἀπό
τά ἀνωτέρω καί ἄν συνεδέθη πρωταρχικά, τό ἐρώτηµα πού ἀνακύπτει, εἶναι γιατί
ψάλλεται ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος κατά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης
Τεσσαρακοστῆς; Οἱ λύσεις τῶν ἀνωτέρω πολιορκιῶν δέν συνέπεσαν µέσα στήν περίοδο
αὐτή. Ὅπως γνωρίζουµε, στίς 8 Αὐγούστου λύθηκε ἡ πολιορκία ἐπί Ἡρακλείου, τόν
Σεπτέµβριο ἡ ἐπί Πωγωνάτου, στίς 16 Αὐγούστου ἑορτάζονταν ἡ ἀνάµνηση τῆς
σωτηρίας τῆς Πόλεως ἐπί Λέοντος Ἰσαύρου καί στίς 18 Ἰουνίου λύθηκε ἡ πολιορκία
ἐπί Μιχαήλ τοῦ Γ΄.
Ἡ πνευµατική σηµασία τοῦ
«Ἀκαθίστου Ὕµνου»
Τό
περιεχόµενο τοῦ Ἀκαθἰστου Ὕµνου ἀπηχεῖ τίς δογµατικές θέσεις τῆς Γ’
Οἰκουµενικῆς Συνόδου, ἑποµένως ἡ χρονολογία σύγκλησής της, τό 431, ἀποτελεῖ µία
σταθερά, καθώς εἶναι σίγουρο ὅτι ὁ ὕµνος δέν συνετέθη νωρίτερα. Ἀπό τήν ἄλλη
µεριά, κάποιοι ἐρευνητές θεωροῦν ὅτι ἀπό τό περιεχόµενό του συνάγεται ὅτι ὁ
ὕµνος ἀναφέρεται σέ κοινό ἑορτασµό τοῦ Εὐαγγελισµοῦ καί τῶν Χριστουγέννων,
ἑορτές οἱ ὁποῖες χωρίσθηκαν κατά τή βασιλεία τοῦ Ἰουστινιανοῦ (527-565), τό
ὁποῖο, ἄν ἰσχύει, ἀφ’ ἑνός σηµαίνει ὅτι ὁ ὕµνος γράφτηκε τό ἀργότερο ἐπί
Ἰουστινιανοῦ, ἀφ’ ἑτέρου, ἐνισχύει τήν ἄποψη ὅτι προϋπῆρχε τῶν γεγονότων τοῦ
626.
Μέ τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή
συνδέθηκε, σύµφωνα µέ τόν Καθηγητή Ἰωάννη Φουντούλη, προφανῶς ἐξ αἰτίας
ἑνός ἄλλου καθαρῶς λειτουργικοῦ λόγου: Μέσα στήν περίοδο τῆς Νηστείας ἐµπίπτει
πάντοτε ἡ µεγάλη ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισµοῦ τῆς Θεοτόκου. Εἶναι ἡ µόνη µεγάλη
ἑορτή, πού λόγῳ τοῦ πένθιµου χαρακτήρα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, στερεῖται
προεορτίων καί µεθεόρτων. Αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἔλλειψη ἔρχεται νά καλύψη ἡ
Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕµνου, τµηµατικῶς κατά τά Ἀπόδειπνα τῶν Παρασκευῶν καί
ὁλόκληρος κατά τό Σάββατο τῆς Ε΄ ἑβδοµάδος. Τό βράδυ τῆς Παρασκευῆς ἀνήκει
λειτουργικῶς στό Σάββατο, ἡµέρα πού, µαζί µέ τήν Κυριακή, εἶναι οἱ µόνες ἡµέρες
τῶν ἑβδοµάδων τῶν Νηστειῶν, κατά τίς ὁποῖες ἐπιτρέπεται ὁ ἑορτασµός χαρµόσυνων
γεγονότων, καί στίς ὁποῖες µετατίθενται οἱ ἑορτές τῆς ἑβδοµάδος.
Σύµφωνα µέ ὁρισµένα Τυπικά, ὁ
Ἀκάθιστος Ὕµνος ψαλλόταν πέντε ἡµέρες πρίν ἀπό τήν ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισµοῦ ἐνῷ
σύµφωνα µέ ἄλλα, στόν Ὄρθρο τῆς ἡµέρας τῆς ἑορτῆς. Ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος εἶναι τό
Κοντάκιο τοῦ Εὐαγγελισµοῦ, ὁ ὕµνος τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Σέ αὐτές τίς κατανυκτικές
Παρασκευές τοῦ Μαρτίου, ἄς παρακολουθήσουµε καί ἐµεῖς τήν Ἀκολουθία τοῦ
Ἀκαθίστου Ὕµνου στίς Ἐκκλησίες µας καί ἄς παρακαλέσουµε τήν Ὑπεραγία
Θεοτόκο, τήν Ὑπέρµαχο Στρατηγό, νά λυτρώσει τό ἔθνος µας ἀπό τούς ποικίλους
κινδύνους καί τίς δοκιµασίες καί σέ αὐτή τή δύσκολη καµπή τῆς ἱστορίας του,
σιγοψάλλοντας γιά ἄλλη µία φορά τό «Χαῖρε νύµφη ἀνύµφευτε»!
Ἰωάννης Χαραλάµπης
Οἰκονοµολόγος
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 117
Mάρτιος 2012
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου