Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» - «ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ» Ἕνας Ὕµνος πού δέν ἡττᾶται ἀπό τόν χρόνο



«ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ»
Ἕνας Ὕµνος πού δέν ἡττᾶται ἀπό τόν χρόνο

διαίτερη εἶναι ἡ ἀγάπη καί ξεχωριστός ὁ σεβασµός, µέ τόν ὁποῖο τό σύνολο τοῦ πληρώµατος τῆς Ἐκκλησίας περιβάλλει τήν Ἀκολουθία τοῦ Ἀκάθιστου Ὕµ­νου. Ἀγάπη καί σεβασµός πού πηγά­ζουν καί ἐµπνέ­ονται ἀπό τό πρόσωπο πρός τό ὁποῖο ἀπευθύνεται ἡ Ἀκο­λουθία, ἀπό τήν ἐκφραστικότητα καί τόν πλοῦτο τῶν κειµένων, ἀπό τό µελωδικό ἔνδυµα τῶν λόγων. Ἡ Ἀκο­λουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕµνου, ἡ πλέ­ον ἴσως δηµοφιλής ἱερά Ἀκολουθία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τόν πα­τέρα Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο, ἔχει ἐπι­κρατήσει νά λέγεται ὁ ὕµνος ἐκεῖνος πρός τιµήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ψάλλεται στούς Ἱερούς Ναούς µας κάθε Παρασκευή τῶν πρώτων πέντε ἑβδοµάδων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Γιατί ὀνοµάζεται «Ἀκάθιστος»;
 Ὁ ὕµνος αὐτός ὀνοµάζεται «Ἀκάθιστος» ἀπό τήν ὄρθια στάση πού τηροῦν οἱ πιστοί κατά τή διάρκεια τῆς ψαλµωδίας του, οἱ ὁποῖ­οι µέ τά λόγια καί µέ τή στά­ση τοῦ σώµα­τος ἐκφράζουν τήν τιµή, τήν ἀγάπη, τό σεβασµό, τήν ἰδιαίτερη εὐλάβεια καί τήν εὐχαριστία πρός Ἐκείνη, πρός τήν ὁποία ἀπευθύνουµε τούς Χαιρετισµούς µας. Ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος ἀρχίζει µέ τόν Εὐαγγελισµό τῆς Θεοτόκου, ὁµιλεῖ στή συνέχεια περί τῆς ἐπισκέψεως τῆς Παναγίας πρός τήν Ἐλισάβετ, περί τῶν ὑποψιῶν τοῦ προστάτου τῆς Παρθένου Ἰωσήφ, περί τῆς προσκυνήσεως τοῦ Κυρίου ἀπό τούς ποιµένες καί τούς Μά­γους, περί τῆς φυγῆς τοῦ Χριστοῦ στήν Αἴγυπτο, περί τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, περί τῆς Σαρκώσεως τοῦ Κυρίου, τῆς Θεώσεως τῶν ἀνθρώπων καί τῆς Θεοµητορικῆς ἀξίας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος, τό ἀριστούργηµα αὐτό τῆς Βυζαντι­νῆς ὑµνο­γραφίας, τό ὁποῖο εἶναι γραµµένο πάνω στούς κανόνες τῆς ὁµοτονίας, ἰσοσυλλαβίας καί ἐν µέρει τῆς ὁµοιοκαταληξίας εἶναι ἕνα «Κοντάκιο».  Στά παλαιότερα χρόνια τά «Κοντάκια» ἦ­σαν ὁλόκληροι ὕµνοι, ἀνάλογοι πρός τούς «Κανόνες», οἱ ὁ­ποῖοι ὀνοµάζονταν ἔτσι µᾶλλον λόγῳ τοῦ κοντοῦ ξύλου ἐπί τοῦ ὁποίου ἐτυλίγετο ἡ µεµβράνη πού περιεῖχε τούς ὕµνους. Τό πρῶτο τροπάριο τοῦ «Κοντακίου» ὀνοµάζονταν «προοίµιο», ἐνῶ τά ἑπόµενα, «Οἶκοι», µᾶλλον διότι ὅλος ὁ ὕµνος θεωροῦνταν ὡς σύνολο οἰκοδοµηµάτων ἀφιερωµένων στή µνήµη Ἁγίων.

Τά µέρη πού συνθέτουν τόν «Ἀκάθιστον Ὕµνον»
 Ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος, ἑποµένως, ἀποτελεῖται ἀπό τό γνω­­στό σέ ὅλους µας «προοίµιο», «Τῇ Ὑπερµάχῳ Στρατηγῷ», καί ἀπό 24 «Οἴκους» (στροφές) σέ Ἑλληνική ἀλφαβητική ἀκροστιχίδα, ἀπό τό Α ἕως τό Ω. Κατά τίς πρῶτες τέσσερις ἑβδο­µάδες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ψάλλονται δια­δο­χικά ἀνά ἕξι, οἱ «Οἶκοι» τοῦ Ὕµνου, ἐνῶ, κατά τήν πέµπτη ἑβδοµάδα, ψάλλεται ὁλόκληρος ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος.
Τόσο τά τµήµατα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕµνου ὅσο καί ὁλόκληρος ὁ Ὕµνος ψάλλονται µαζί µέ εἰδικό «Κανόνα», ὁ ὁποῖος ἀρχίζει µέ τόν εἱρµό «Ἀνοίξω τό στόµα µου». Ψάλλονται δέ στό µέσο περίπου τῆς Ἀκολουθίας τοῦ «Μικροῦ Ἀποδείπνου», δηλαδή τῆς ὡ­ραί­ας ἐκείνης προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας µας, πού λέγεται καθηµερινά µετά ἀπό τό δεῖπνο.

Τό ἱστορικό τοῦ Ὕµνου
 Τό ἱστορικό γεγονός µέ τό ὁποῖο συνεδέθη ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκα­θίστου Ὕµνου εἶναι ἡ ἐπί τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου πο­λι­­­ορ­κία καί ἡ θαυµαστή σωτηρία τῆς Κωνσταντι­νουπόλεως τήν 8η Αὐγ­ού­στου τοῦ ἔτους 626.
Τό ἔτος ἐκεῖνο καί ἐνῷ ὁ Αὐτοκράτορας Ἡ­ράκλειος ἡγοῦνταν ἐκστρατείας τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ κατά τῶν Περ­σῶν, ἡ Κωνσταν­τινούπολη πολι­ορκήθηκε αἰφνιδίως ἀπό τούς Ἀβάρους. Γνω­ρί­ζοντας τήν ἀπουσία τοῦ στρατοῦ, οἱ Ἄβαροι ἀπέρριψαν κάθε πρόταση ἐκεχειρίας καί τήν 6η Αὐγούστου κατέλαβαν τήν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν σέ συνεργασία µέ τούς Πέρσες.
Τή νύχτα τῆς 7ης πρός 8η Αὐγούστου, καί ἐνῷ  οἱ Ἄβαροι ἑτοιµά-
ζονταν γιά τήν τελική ἐπίθεση ὁ Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τά τείχη τῆς Πόλης µέ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερ­νίτισσας καί ἐνεθάρρυνε τό λαό σέ ἀντίσταση. Τή νύχτα ἐκείνη, φο­βερός ἀνε­µοστρόβιλος, πού ἀποδόθηκε –χωρίς ἀµφιβολία– σέ θεϊκή ἀρω­γή, δηµι­ούργησε τρικυµία καί κατέστρεψε τόν ἐχθρικό στόλο, ἐνῷ ἀν­τεπίθεση τῶν ἀµυνο­µένων προξένησε τεράστιες ἀπώλειες στούς Ἀβά­ρους καί τούς Πέρσες, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάστηκαν νά λύσουν τήν πολιορκία καί νά ἀποχωρήσουν ἄπρακτοι.
Τήν 8η Αὐγούστου, ἡ Πόλη εἶχε σωθεῖ ἀπό τή µεγαλύτερη ὡς τό­τε ἀπειλή τῆς ἱστορίας της. Ὁ λαός θέλοντας νά πανη­γυρίσει τή σωτηρία του, τήν ὁποία ἀπέδιδε σέ συνδροµή τῆς Θεοτόκου, συγκεν­τρώθηκε στό Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν. Τότε, κατά τήν παράδοση, ὄρθιο τό πλῆθος ἔψαλε τόν ἀπό τότε λεγόµενο «Ἀκάθιστο Ὕµνο» στήν Παναγία, ἀποδίδοντας τά «νικητήρια» καί τήν εὐγνωµοσύνη του στήν Ὑπέρµαχο Στρατηγό.


Οἱ ἀπόψεις γιά τή σύνθεση τοῦ «Ἀκαθίστου»
 Κατά τήν ἐπικρατέστερη ἄποψη, δέν ἦταν δυνατό νά συνετέθη ὁ ὕµνος σέ µία νύκτα. Ἄρα, µᾶλλον εἶχε συντε­θεῖ νωρίτερα καί µάλιστα θεωρεῖται ὅτι ψαλλόταν στό συγ­κε­κριµένο ναό στήν ἀγρυπνία τῆς 15ης Αὐγούστου κάθε ἔτους. Ἁπλῶς ἐκείνη τήν ἡµέρα ὁ ὕµνος ἐψάλη «ὀρθοστά­δην» καί ἀντικαταστάθηκε τό ὡς τότε προοίµιο «Τό προ­στα­χθέν µυστικῶς λαβών ἐν γνώσει» µέ τό ὡς σήµερα χρησιµο­ποιούµενο «Τῇ Ὑπερµάχῳ Στρατηγῷ τά νικητήρια», τό ὁποῖο ἔδωσε τόν δοξολογικό καί ἐγκωµιαστικό τόνο στόν ὡς τότε διηγηµατικό καί δογµατικό ὕµνο. Σύµφωνα ὅµως µέ ἄλλες ἱστορικές πηγές, ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος συνδέεται καί µέ ἄλλα παρόµοια γεγονότα, ὅπως τίς πολιορκίες καί τήν σωτηρία τῆς Κωνσταντινούπολης ἐπί τῶν Αὐτοκρατόρων Κωνσταντίνου τοῦ Πωγωνάτου (673), Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (717-718) καί Μιχαήλ Γ΄ (860).
Ἐνῷ εἶναι ἀδιαµφισβήτητο ὅτι ὁ ὕµνος ψαλλόταν ὡς εὐχαριστήρια ᾠδή πρός τήν Ὑπέρµαχο Στρατηγό τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἐν τοῦτοις τό πρόβληµα τῆς σύνθεσης τοῦ Κοντακίου τοῦ Ἀκάθιστου Ὕµνου παραµένει µέχρι καί σήµερα ἕνα ἀπό τά σηµαντικότερα καί δυσκολότερα φιλολογικά προβλήµατα. Σέ ὅλη τή χειρόγραφη παράδοση ὁ ὕµνος φέρεται ὡς ἀνώνυµος, ἐνῷ ὁ Συναξαριστής πού τόν συνδέει µέ τά γεγονότα τοῦ Αὐγούστου τοῦ 626 δέν ἀναφέρει οὔτε τό χρόνο τῆς σύνθεσής του, οὔτε τόν µελωδό του.
Ἡ παράδοση πάντως ἀποδίδει τόν Ἀκάθιστο Ὕµνο στόν µεγάλο βυζαντινό ὑµνογράφο τοῦ 6ου αἰῶνα, Ρωµανό τόν Μελωδό. Τήν ἄποψη αὐτή ὑποστηρίζουν πολλοί ἐρευνητές, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι οἱ ἐκφράσεις τοῦ ὕµνου, ἡ γενικότερη ποιητική του ἀρτιότητα καί δογµατική του πληρότητα δέν µποροῦν παρά νά ὁδηγοῦν στόν Ρωµανό τόν Μελωδό. Ἄλλοι  µελετητές θεωροῦν ὅτι τόν Ἀκάθιστο Ὕµνο τόν συνέθεσε εἴτε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερµανός ὁ Α΄, εἴ­τε ὁ µοναχός Κοσµᾶς ὁ Μελωδός, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν τά γεγο­νότα τῆς θαυµαστῆς λύ­τρωσης τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τήν πολιορκία τῆς Πόλης ἀπό τούς Ἄραβες τό 718, ἐπί Αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου.
Ἄλλες, λιγότερο πιθανές ἀπόψεις, θεωροῦν ὡς µελῳδό τοῦ ὕµνου τόν Πατριάρχη Σέργιο, τόν σύγχρονο µέ τήν πολιορκία Γεώργιο Πισίδη, τόν ἱερό Φώτιο, τόν Ἀπολλινάριο τόν Ἀλεξανδρέα, τόν Μητροπολίτη Νικοµήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, κ.ἄ.
Βέβαιο εἶναι, πάντως, ὅτι οἱ εἱρµοί τοῦ Κανόνα τοῦ Ἀκάθιστου Ὕµνου εἶναι ἔργο τοῦ Ἰωάννου Δαµασκηνοῦ, ἐνῷ τά τροπάρια, τοῦ Ἰωσήφ Ξένου τοῦ Ὑµνογράφου.
Ὅποιος ὅµως καί ἄν ἦταν ὁ ποιητής πού συνέθεσε τόν Ἀκάθιστο Ὕµνο καί µέ ὁποιοδήποτε ἱστορικό γεγονός ἀπό τά ἀνωτέρω καί ἄν συνεδέθη πρωταρχικά, τό ἐρώτηµα πού ἀνακύπτει, εἶναι γιατί ψάλ­λεται ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος κατά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς; Οἱ λύσεις τῶν ἀνωτέρω πολιορκιῶν δέν συνέπεσαν µέσα στήν περίοδο αὐτή. Ὅπως γνωρίζουµε, στίς 8 Αὐγούστου λύθηκε ἡ πολιορκία ἐπί Ἡρακλείου, τόν Σεπτέµβριο ἡ ἐπί Πωγωνάτου, στίς 16 Αὐγούστου ἑορτάζονταν ἡ ἀνάµνηση τῆς σωτηρίας τῆς Πόλεως ἐπί Λέοντος Ἰσαύρου καί στίς 18 Ἰουνίου λύθηκε ἡ πολιορκία ἐπί Μιχαήλ τοῦ Γ΄.

Ἡ πνευµατική σηµασία τοῦ «Ἀκαθίστου Ὕµνου»
 Τό περιεχόµενο τοῦ Ἀκαθἰστου Ὕµνου ἀπηχεῖ τίς δογµατικές θέσεις τῆς Γ’ Οἰκουµενικῆς Συνόδου, ἑποµένως ἡ χρονολογία σύγκλησής της, τό 431, ἀποτελεῖ µία σταθερά, καθώς εἶναι σίγουρο ὅτι ὁ ὕµνος δέν συνετέθη νωρίτερα. Ἀπό τήν ἄλλη µεριά, κάποιοι ἐρευνητές θεωροῦν ὅτι ἀπό τό περιεχόµενό του συνάγεται ὅτι ὁ ὕµνος ἀναφέρεται σέ κοινό ἑορτασµό τοῦ Εὐαγγελισµοῦ καί τῶν Χριστουγέννων, ἑορτές οἱ ὁποῖες χωρίσθηκαν κατά τή βασιλεία τοῦ Ἰουστινιανοῦ (527-565), τό ὁποῖο, ἄν ἰσχύει, ἀφ’ ἑνός σηµαίνει ὅτι ὁ ὕµνος γράφτηκε τό ἀργότερο ἐπί Ἰουστινιανοῦ, ἀφ’ ἑτέρου, ἐνισχύει τήν ἄποψη ὅτι προϋπῆρχε τῶν γεγονότων τοῦ 626.
Μέ τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνδέθηκε, σύµφωνα µέ τόν Κα­θη­­­γητή Ἰωάννη Φουντούλη, προφανῶς ἐξ αἰτίας ἑνός ἄλλου καθα­ρῶς λειτουργικοῦ λόγου: Μέσα στήν περίοδο τῆς Νηστείας ἐµπί­πτει πάντοτε ἡ µεγάλη ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισµοῦ τῆς Θεοτόκου. Εἶναι ἡ µόνη µεγάλη ἑορτή, πού λόγῳ τοῦ πένθιµου χαρακτήρα τῆς Μεγάλης Τεσσαρα­κο­στῆς, στερεῖ­ται προεορτίων καί µεθεόρτων. Αὐ­τήν ἀκριβῶς τήν ἔλλειψη ἔρχεται νά καλύψη ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκα­θίστου Ὕµνου, τµηµατικῶς κατά τά Ἀπόδειπνα τῶν Παρασκευῶν καί ὁλόκληρος κατά τό Σάββατο τῆς Ε΄ ἑβδοµάδος. Τό βράδυ τῆς Πα­ρα­σκευῆς ἀνήκει λειτουργικῶς στό Σάββατο, ἡµέρα πού, µαζί µέ τήν Κυριακή, εἶναι οἱ µόνες ἡµέρες τῶν ἑβδοµάδων τῶν Νηστειῶν, κατά τίς ὁποῖες ἐπιτρέπεται ὁ ἑορτασµός χαρµόσυνων γεγονότων, καί στίς ὁποῖες µετατίθενται οἱ ἑορτές τῆς ἑβδοµάδος.
Σύµφωνα µέ ὁρισµένα Τυπικά, ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος ψαλλόταν πέντε ἡµέρες πρίν ἀπό τήν ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισµοῦ ἐνῷ σύµφωνα µέ ἄλλα, στόν Ὄρθρο τῆς ἡµέρας τῆς ἑορτῆς. Ὁ Ἀκάθιστος Ὕµνος εἶναι τό Κοντά­κιο τοῦ Εὐαγγελισµοῦ, ὁ ὕµνος τῆς Σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Σέ αὐτές τίς κατανυκτικές Παρασκευές τοῦ Μαρτίου, ἄς παρακο­λουθήσουµε καί ἐµεῖς τήν Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕµνου στίς Ἐκκλη­σίες µας καί ἄς παρακαλέσουµε τήν Ὑ­­πε­­ραγία Θεοτόκο, τήν Ὑπέρµαχο Στρατηγό, νά λυτρώσει τό ἔθνος µας ἀπό τούς ποικίλους κινδύνους καί τίς δοκιµασίες καί σέ αὐτή τή δύσκολη καµπή τῆς ἱστορίας του, σιγοψάλλοντας γιά ἄλλη µία φορά τό «Χαῖρε νύµφη ἀνύµφευτε»!

Ἰωάννης Χαραλάµπης
Οἰκονοµολόγος
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 117 
Mάρτιος 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου