Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» - ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ!



ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ  ΠΙΣΩ  ΤΙΣ  ΣΕΛΙΔΕΣ  ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ!

Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, γιορτάσαµε τά δισχιλιοστά ἑνδέκατα Χριστούγεννα. Αὐτή τήν τόσο λαµπερή, ὄµορφη καί ἐντυπωσιακή ἑορτή, πού κάθε χρόνο θέλουµε νά τήν ἑορτάζουµε ὅλο καί λαµπερότερα. Μόνο πού τά φετινά Χριστούγεννα δέν εἶχαν τή χαρά καί τή λάµψη τῶν περσινῶν.
Πράγµατι ὅλοι εἶναι σκυθρωποί καί ἀπό ὅλων τά στόµατα ἀκοῦς τήν πίκρα γιά τό πῶς νά χαρεῖς µέ αὐτήν τήν κατάσταση πού ἐπικρατεῖ. Ἄκουγες προεορτίως  νά λένε «µέ τί καρδιά νά στολίσουµε καί µέ τί νά χαροῦµε»; Καί αὐτό βέβαια, µεταδίδεται σέ ὅλους ἀκόµα καί στά µικρά παιδιά, τά ὁποῖα βλέποντας τούς γονείς τους νά µιλοῦν κατ’ αὐτό τόν τρόπο, καί δίνοντάς τους τήν ἐντύπωση ὅτι τέλειωσαν τά πάντα, ἡ ἀπογοήτευση µαυρίζει τίς ἀθῶες ψυχοῦλες τους. Καί ὅλα αὐτά, ἐξ αἰτίας, ὄχι κάποιου πολέµου ἤ κάποιου θανατικοῦ, ἀλλ’ ἐξ αἰτίας τῆς πολυσυζητηµένης οἰκονοµικῆς κρίσης.
Δύο χιλιάδες ἕντεκα Χριστούγεννα ἔχουν γιορτασθεῖ ἐπάνω σέ αὐτόν τόν πλανήτη πού τόν λένε γῆ. Ἦρθαν, ἑορτάστηκαν, πέρασαν καί ἔφυγαν σάν ἕνα εὐχάριστο διάλειµµα στή µονότονη ζωή τῆς ἀνθρωπότητας. Λέτε, κάθε µία ἀπό αὐτές τίς 2011 ἑορτές τῶν Χριστουγέννων, κάθε φορά πού ἐπισκέπτονταν τόν κόσµο µας, νά τόν ἔβρισκαν γεµᾶτο ἀπό εὐµάρεια, πλοῦτο, λάµψη, εὐφορία, εὐτυχία, εὐηµερία καί εἰρήνη; Λέτε ὅλα αὐτά τά Χριστούγεννα νά ἔβρισκαν κάθε φορά, κάθε ἕναν ἄνθρωπο γεµᾶτο ἀπό ὅλα αὐτά τά καλά πού προανέφερα;
Θά τολµήσω νά γυρίσω τίς σελίδες τοῦ ἡµερολογίου τῆς ἀγαπηµένης µου γιαγιᾶς, πρός τά πίσω καί νά σταµατήσω στίς 24 Δεκεµβρίου τοῦ 1922. Βρισκόµαστε στήν πόλη τῆς Νίκαιας. Μεσηµέρι παραµονῆς Χριστουγέννων. Ἔχει βαριά συννεφιά καί κάνει ἕνα φοβερό κρύο. Ὁ παγωµένος ἀέρας φυσάει µέ µανία ἀνάµεσα στά παλιά ἀντίσκηνα πού µένουν οἱ πρόσφυγες. Σέ ἕνα ἀπό αὐτά µένει καί ἡ γιαγιά µου ἡ Πλουµία. Τήν βλέπω νέα κι ὄµορφη ὅπως ἦταν, µέ ἐκεῖνο τόν ὡραῖο κότσο στά µακριά της µαλλιά. Εἶναι ντυµένη φτωχικά, καί αὐτή καί ἡ µητέρα της (ἡ προγιαγιά µου) καί προσπαθοῦν νά ζεσταθοῦν µέ µιά παλιά φουφού µέ κάρβουνα ἐνῶ τό παλιό ἀλλά πεντακάθαρο κατσαρόλι εἶναι ἄδειο ἀπό φαΐ. Κρατάει στήν ἀγκαλιά της τόν ἑνός ἔτους Χρηστάκη καί µάλιστα προσεκτικά, διότι εἶναι στόν ὄγδοο µήνα τῆς ἐγκυµοσύνης της στήν κόρη της τήν Παναγιώτα. Ὁ µικρός δέν σταµατάει νά γκρινιάζει, ἀφοῦ ἡ πεῖνα θερίζει τό µικρό κι ἄδειο στοµαχάκι του καί βεβαίως ἡ νεαρή Πλουµία κλαίει βλέποντας τό παιδί της σέ αὐτή τήν κατάσταση, ἀλλά καί γιά τόν ἄντρα της πού ἔµεινε αἰχµάλωτος καί δέν ξέρει ἐάν ζεῖ ἤ ἄν πέθανε. Ἡ µητέρα της εἶναι σκυµµένη ἀπό πάνω της καί προσπαθεῖ νά τήν παρηγορήσει, συγκρατῶντας µέ δυσκολία τά δάκρυα πού ὁλοένα καί πιό πολλά κρέµονται στά βλέφαρά της. Τά µάτια της βλέπουν θολά, ὅµως τό µυαλό της θυµᾶται πεντακάθαρα. Θυµᾶται τά µόλις περσινά Χριστούγεννα, πού γιόρτασαν µέ τόση χαρά στήν πατρίδα. Ὅλη ἡ οἰκογένεια καί ὅλοι οἱ συγγενεῖς στό ἴδιο τραπέζι, τό ὁποῖο ἦταν φορτωµένο µέ ὅλα τά καλά τοῦ Θεοῦ. Ὅλα
τά πρόσωπα γελαστά καί γεµᾶτα εὐτυχία ἀντάλλαζαν εὐχές καί εὐ­λογίες γιά τίς ἅγιες τοῦτες µέρες. Ὅλα αὐτά πρίν ἀπό ἕνα χρόνο… Πρίν µία ἡµέρα! Τήν Τετάρτη κλείδωσαν τό σπίτι στή Σµύρνη µέ ὅλο τό πλούσιο βιός τους καί τήν Πέµπτη βρέθηκαν στήν ἀποθήκη τοῦ Πειραιᾶ, ἔχοντας µόνο τά ροῦχα πού φοροῦσαν! Χθές ἦταν ὅλο τό σόι µαζί… σήµερα εἶναι οἱ δυό τους, δίχως ἄντρα, δίχως σπίτι, δίχως χρήµατα, χωρίς ἕναν συγγενῆ, ἀφοῦ οἱ περισσότεροι εἶχαν σφαχτεῖ ἤ ἦταν αἰχµάλωτοι.
Αὐτά πού βλέπω, δέν µπορεῖ νά τά χωρέσει ὁ νοῦς µου. Μοῦ σπαράζουν τήν ψυχή. Γυρίζοντας τή µατιά µου λίγο πιό δεξιά, βλέπω ἐπάνω στό µικρό ντιβανάκι, ὄµορφα τακτοποιηµένα, καθαρά ροῦχα. Εἶναι αὐτά πού ἔχουν ἑτοιµάσει γιά νά βάλουν αὔριο, πού θά πᾶνε στή Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία.
Μά µέσα σέ ὅλη αὐτή τή δυστυχία σκέφτονται τήν ἐκκλησία; Πῶς εἶναι δυνατόν; Καί δικαίως ἀκούω τήν νεαρή Πλουµία νά λέει «Μάνα, τί Χριστούγεννα νά γιορτάσουµε; Μέ τί καρδιά νά χαροῦµε καί τί χαρά νά πάρουµε;» Καί κουνάω τό κεφάλι µου καί συµφωνῶ µαζί της. Ὅταν ὅµως, ἀκούω τήν ἀπάντηση τῆς ἡλικιωµένης γυναίκας, ταράζοµαι, συγκλονίζοµαι! «Γιατί παιδί µου, δέν θά γεννηθεῖ κι ἐφέτος ὁ Χριστός; Ἐφέτος πού Τόν ἔχουµε πιότερο ἀνάγκη δέν θά ἔρθει; Κι ἀφοῦ εἶναι σίγουρο πώς θά ἔρθει νά µᾶς βρεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός, τί ταραχή µπορεῖ νά ἔχουµε; Σήκω νά πλύνεις λίγο τό πρόσωπό σου καί µήν ἀπελπίζεσαι. Ἀφοῦ ἔρχεται ὁ Θεός, ἀπελπισιά δέν χωράει στήν ψυχή»!!!
Πόση περισσότερη δυστυχία µπορεῖ νά ἔχω ἐγώ σήµερα ἀπ’ ὅτι ἐκείνη ἡ κοπέλα, πού ὁ Θεός τό ἔφερε νά εἶναι ἡ γιαγιά µου; Πόση περισσότερη ἀπελπισία µπορεῖ νά αἰσθάνοµαι ἐγώ ἀπ’ ὅ,τι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, πού µέσα σέ µία µοναχά νύχτα ἔχασαν τίς περιουσίες τους, ἔχασαν τό σπίτι τους, ἔχασαν γονεῖς, ἔχασαν ἀδέλφια, παιδιά ἄντρες, γυναῖκες … Ὅµως, µπορεῖ νά τά ἔχασαν ὅλα µά ἕνα πρᾶγµα δέν ἔχασαν. Τήν πίστη τους στό Θεό. Δέν ἔχασαν τήν ἀγάπη τους καί τήν ἐµπιστοσύνη τους στόν Χριστό καί τήν Παναγία µας.
Ποτέ δέν ἔµαθαν νά στολίζουν µέ λαµπιόνια καί κορδέλες, οὔτε συνήθισαν σέ ξέφρενα ἑορταστικά ρεβεγιόν µέ τά ζάµπλουτα τραπέζια. Ἡ χαρά τους ὅµως, σέ κάθε Χριστιανική ἑορτή καί εἰδικά Χριστούγεννα καί Πάσχα, ἦταν µεγάλη. Καί ἦταν µεγάλη διότι τούς τήν ἔδινε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἀφοῦ πρῶτα ἐκεῖνοι Τοῦ ἔδιναν µέσα ἀπό τήν ψυχή τους πίστη, ἀγάπη κι ἐµπιστοσύνη. Τούς τήν χορηγοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἀφοῦ πρῶτα ἐκεῖνοι ἔσκυβαν πάνω ἀπό τόν πονεµένο συγγενῆ, φίλο, γείτονα µέ ἀγάπη καί τοῦ πρόσφεραν ὅ,τι εἶχαν ἀπό τά ἐλάχιστα πού τούς βρίσκονταν. Εἶναι δυνατόν νά βλέπει ὁ Θεός τέτοια φερσίµατα καί νά µήν ἁπλώνει τό χέρι νά χαϊδέψει αὐτά τά κατατρεγµένα παιδιά Του; Καί βεβαίως, εἶναι δυνατόν ὅπου ὑπάρχει χεῖρα Θεοῦ νά ὑπάρχει ἀπελπισιά;
Ἦρθε ἡ ὥρα λοιπόν, νά δοκιµαστοῦµε κι ἐµεῖς καί νά δείξουµε ποιά εἶναι τά πραγµατικά Χριστούγεννα γιά τά ὁποῖα χαιρόµαστε. Ἦρθες φαίνεται, ἡ ὥρα πού θά δείξουµε στό Θεό, ποιά Χριστούγεννα πραγµατικά γιορτάζουµε. Τά Χριστούγεννα τῶν στολισµῶν, τῶν τραπεζιῶν καί τῶν χορῶν, πού µόλις φύγουν ἔρχεται στήν καρδιά µας ἡ µαυρίλα καί ἡ ἀπελπισιά ἤ τά ἀληθινά Χριστούγεννα πού ἡ καρδιά µας ξεχειλίζει ἀπό τήν χαρά τοῦ ἐρχοµοῦ τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Πού ἡ ψυχή µας σκιρτᾶ ἀπό τή χαρά τοῦ ἐρχοµοῦ τοῦ Μόνου Φιλάνθρωπου. Ἀπό τή χαρά τοῦ ἐρχοµοῦ Ἐκείνου πού εἶπε : «Χτυπῆστε καί θά σᾶς ἀνοίξω. Ζητήσετε καί θά σᾶς δώσω. Μιλῆστε µου καί θά σᾶς ἀκούσω. Ἐγώ εἶµαι τό Φῶς, ἡ Ζωή καί ἡ Ὁδός! Καί θά εἶµαι πάντα δίπλα σας ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων! Ἀµήν».

Μυρίλλας Ἀναστάσιος
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 115 
Ἰανουάριος 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου