«ΖΩΝΤΕΣ» ΚΑΙ ...«ΑΖΩΝΤΕΣ»!
Ἤ
ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ
Μιλῶντας ξένη γλῶσσα
Εἶναι δύσκολο νά
συµφιλιωθεῖς µέ κάποια ξένη γλῶσσα. Πάντα αὐτή κρύβει κάτι παραπάνω πού ἐσύ
εἴτε δέν ἔµαθες ἀκόµη, εἴτε δέν τοῦ ἔδωσες ἀκόµη ἀρκετή σηµασία. Καί δέν
µπορεῖς νά ἰσχυρίζεσαι ὅτι, γνωρίζοντας νά ἀρθρώνεις κάποια “ἔξυπνα” ἀστεῖα ἤ
ξέροντας νά διαβάζεις τίς ἐφηµερίδες, κατέχεις ἐκείνη τήν γλῶσσα. Ὁ δρόµος
εἶναι ἀκόµη µακρύς. Ἕνας φιλόλογος τίµιος θά ἔλεγε, ἀκόµη καί στό τέλος τῆς
καριέρας του, ὅπως ὁ Σωκράτής, ὅτι ἁπλῶς “γνωρίζει πῶς δέν ξέρει τίποτα!”
Εἶναι γνωστό τό συµπέρασµα τοῦ Μ. Τwain, ὁ ὁποῖος µετά ἀπό
κάµποσα ἔτή προσπαθειῶν ἐκµάθησης τῆς Γερµανικῆς γλώσσας, ἀποφάνθηκε ὅτι “ὁ
Θεός δηµιούργησε τήν αἰωνιότητα, γιά νά µπορεῖ ὁ κόσµος νά µάθει γερµανικά” ἤ
ὁποιαδήποτε ἄλλη γλῶσσα προσθέτω ἐγώ. Ἀλλά ἐάν αὐτό συµβαίνει µέ τίς “ἁπλές”
σηµερινές εὐρωπαϊκές γλῶσσες, πόσο µεγαλύτερες θά εἶναι οἱ δυσκολίες πού
συναντᾶ κάποιος ὅταν προσπαθεῖ νά µάθει σωστά τήν τρισυπόστατη Ἑλληνική γλῶσσα
ὑπό τήν ἀρχαία µορφή της, τήν µεσαιωνική καί τήν σηµερινή; Καί πόσο
δύσκολο εἶναι νά κατέχεις µιά ξένη γλῶσσα τό διαπιστώνεις τότε πού οἱ συνθῆκες
σέ ἀναγκάζουν νά κάνεις τόν µεταφραστή. Διότι ὅταν µεταφράζεις πρέπει πάντα νά
µεταδώσεις ὄχι αὐτά πού ἐσύ σκέφτεσαι ἤ ἐπιθυµεῖς, ἀλλά ἐκεῖνα πού σκέφθηκε καί
ἔγραψε ἤ εἶπε ὁ συγγραφέας. Καί πολλές φορές χρειάζονται ὁλόκληρες µέρες ἤ
ἀκόµη καί ἑβδοµάδες γιά νά ἀποδώσεις σωστά µιά λέξη, ἤ µιά ἔννοια, νά
µεταφέρεις δηλαδή ἕνα πολιτισµό µέσα σέ ἄλλον πολιτισµό.
«Οἱ Ζῶντες, οἱ περιλειπόµενοι»
Σήµερα
ὅµως δέν θέλω νά σᾶς µιλήσω γιά τήν δύσκολη δουλειά τοῦ µεταφραστή, ἀλλά γιά
κάτι πού ἔχει σχέση µέ τήν ἐκµάθηση µιᾶς ξένης γλώσσας καί γιά τήν ἀνάγκη νά
ἐκφραστεῖ κανείς σ’ αὐτήν. Ἡ ἱστορία πού µέ ἀπασχολεῖ ἐδῶ ἄρχισε πρίν ἀπό µισό
µήνα περίπου, ὅταν ξεκινήσαµε νά µαζεύουµε ὀνόµατα γιά τό σαρανταλείτουργο.
Ζητήσαµε ἀπό τούς πιστούς νά µᾶς γράψουν τά ὀνόµατα σέ ξεχωριστά χαρτιά: σ’ ἕνα
χαρτί τούς «Ζῶντες» καί σέ ἄλλο τούς «Κεκοιµηµένους», δηλαδή τούς «Νεκρούς».
Ἀπό σεβασµό µᾶλλον πρός τήν Χώρα καί τόν λαό, πού τήν φιλοξενεῖ τά τελευταῖα
χρόνια, κάποια ξένη κυρία προσπάθησε νά γράψει τά ὀνόµατα δικῶν της ἀνθρώπων
στά Ἑλληνικά µοιράζοντάς τα σέ δύο χαρτιά στούς “Ζῶντες” καί στούς … “Ἄζωντες”!
Στήν
ἀρχή γέλασα καί “ἐπαίνεσα” χαριτολογῶντας γιά τό «εὔρηµα» τῆς κυρίας, πού
“ἐµπλούτισε” µέ τόν τρόπο αὐτό τήν Ἑλληνική γλῶσσα. Ἀργότερα ὅµως θυµήθηκα ὅτι
τό ἴδιο ἀκριβῶς εἶχε γίνει καί πέρσι, ἀλλά δέν ἔδωσα καµία περαιτέρω σηµασία.
Μήπως δέν πρόκειται ὅµως γιά λάθος ἀλλά γιά κάποιο «µήνυµα»; Ἆρα γιατί νά
γελάσω γιατί νά κοροϊδέψω τήν προσπάθειά της; Μήπως µέ τίς γλωσσικές αὐτές
ἐπιλογές ἡ ἴδια προσπαθεῖ νά µᾶς δώσει κάποιο ἄλλο µάθηµα; Γεγονός εἶναι ὅτι
ἀπό τότε τό γλωσσικό αὐτό λάθος µοῦ ἔγινε ἔµµονη ἰδέα.
Βεβαίως
τό “Α” στερητικό χρησιµοποιεῖται κατά κόρον στήν Ἑλληνική; Μήπως δέν ἔχουµε
“ἔµβια” καί “ἄβια” ὄντα; Ναί. Ἀλλά κανείς δέν θά ἔλεγε “τά ἔµβια µέλη τῆς
οἰκογενείας µου” ἐννοῶντας “τούς ζωντανούς”, καί οὔτε “τά ἄβια µέλη” γιά νά
δηλώσει τούς “νεκρούς”. Διότι ὁ “βίος τοῦ ἀνθρώπου” δέν ταυτίζεται µέ τήν “ζωή
τοῦ ἀνθρώπου”. Μέ τήν λέξη “βίος” δηλώνουµε µονάχα τήν ἐν τῷ κόσµῳ ὕπαρξη τῶν
ὄντων, τήν διάρκεια τῆς ἐδῶ ζωῆς, ἐνῶ µέ τήν λέξη “ζωή” δέν δηλώνουµε µονάχα τό
σύνολο τῶν γεγονότων, τῶν περιστάσεων, τῶν ἀσχολιῶν κατά τήν διάρκεια τοῦ βίου,
ἀλλά τήν ἀτελείωτη, αἰώνια ζωή, καί τήν ἐν τῷ βίῳ, καί τήν µετά θάνατον.
«Τήν µετά θάνατον ζωήν» διότι µετά τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ καί τήν σωτηρία πού
µᾶς πρόσφερε, ἐµεῖς εἴµαστε σίγουροι πώς «δέν θά πεθάνουµε πλέον ὅπως ὁ Ἀδάµ»,
ἀλλά «πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόµεθα» (Α΄Θεσ. δ΄ 17). Γιά µᾶς τούς
χριστιανούς ἡ ζωή ταυτίζεται µέ τόν Θεό. Μόνο ὁ Θεός εἶναι κατ’ ἐξοχήν
Ζωή, διότι ἀπό τήν ἀρχή ἡ Ζωή βρίσκεται ἐν Αὐτῷ καί ἐν τῷ Λόγῳ του (βλ. Ἰω. 1,
4). Καί ὁ Χριστός, ὁ Ἐνσαρκωµένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, «ἔχει ζωῇ ἐν ἑαυτῷ» (Ἰω. 5,
26), διότι ὁ ἴδιος εἶναι Ζωή (Ἰω. 14, 6). Αὐτός κατέχει τά λόγια τῆς ζωῆς (Ἰω.
6, 64,69. Εφεσ. 5,26), Αὐτός εἶναι ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς (Ἰω. 6, 35, 48, 52, 55) καί
ἀπό Αὐτόν πηγάζει τό ὕδωρ τῆς ζωῆς (Ἰω. 4,10,11. 7,38). Ἄρα, κατά τήν Ὀρθόδοξο
Πίστη, οἱ «Ζῶντες» εἶναι ἐκεῖνοι πού διάλεξαν νά «µείνουν ἐν τῷ Χριστῷ», νά
ἔχουν ὡς τροφή τους τό Σῶµα καί τό Αἷµα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ζωή (Ἰω.
7,14. 18,8 ), πού ἐξουσιάζει ἀπολύτως τήν ζωή καί τόν θάνατον.
Καί οἱ «Ἄζωντες»;
Ὑπάρχουν
ὅµως καί ἐκεῖνοι πού περιορίζουν τήν ζωή µόνο στό βιολογικό κύκλο τῶν ὄντων.
Βεβαίως ὀπαδοί παρόµοιων θεωριῶν, πού περιορίζουν τήν ὕπαρξη µόνο στόν κόσµο
αὐτό ὑπῆρχαν πάντοτε στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύµατος. Θέλετε νά
ξεκινήσουµε µέ τούς Σαδδουκαίους, γιά τούς ὁποίους δέν ὑπῆρχε Ἀνάσταση, οὔτε
Ἄγγελοι, οὔτε πνεύµατα (Πρ. 23, 8); Νά συνεχίσουµε µέ τούς ὑλιστές καί τούς
ἄθεους παντός τύπου; Γιά ὅλους αὐτούς ἡ ζωή δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά µιά
ἀρχή, µιά δύναµη πού καταπολεµεῖ τήν φθορά, τήν καταστροφή. Καί πιό
συγκεκριµένα «ἡ ζωή εἶναι τό σύνολο τῶν λειτουργιῶν πού ἀντιτάσσονται στόν
θάνατο» (Bichat) ἤ «ἡ δύναµη πού ἀντιστέκεται στούς νόµους πού
κυβερνοῦν τά κτηνώδη σῶµατα» (Cuvier) ἤ «ἡ δηµιουργική
αἰτία ἐνάντια στήν δράση τῶν ἐξωτερικῶν στοιχείων» (Goethe).
Ὁ θάνατος γίνεται τότε παύση, ἦττα τῆς ζωῆς, ἀναίρεση αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, ἐνῶ «τό
πτῶµα δέν ἀποτελεῖ τίποτε ἄλλο παρά ἕνα ζωντανό σῶµα πού ἐπανῆλθε ὑπό τήν
κυριαρχία τῶν φυσικῶν δυνάµεων» (Βλ. Francois Jacob, La logique du vivant, σ. 117) .
Μά
ἐάν στόν κόσµο τῶν ἐµβίων ὄντων ἡ ζωή εἶναι ἁπλῶς τό ἀντίθετο τοῦ «θανάτου»,
στήν πνευµατική ζωή ἡ ἀπόλυτη αὐτή ἀντίθεση δέν ὑφίσταται. Καί πρῶτον, διότι ἡ
ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν παύει νά ὑπάρχει µέ τόν θάνατο τοῦ σῶµατος. Καί δεύτερον,
διότι ὅλοι «προσδοκοῦµε ἀνάσταση τῶν νεκρῶν». Ἔπειτα στήν ἀνθρώπινη ὑπόσταση
δέν ὑπάρχει καµία ἀντιπαλότητα ἀνάµεσα στό σῶµα καί στήν ψυχή, ἀλλά µιά
συνεργασία. Ὅπως ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ θεοποίησε τήν ἀνθρώπινη φύση πού προσέλαβε,
τό ἴδιο καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου µέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ µπορεῖ νά ἁγιάζει τό σῶµα
µέ τό ὁποῖο συνεργάζεται.
Στήν
Ρουµανία ὑπάρχει, µάλιστα, ἡ δοξασία ὅτι κατά τήν περίοδο τῶν σαράντα ἡµερῶν
πού ἡ ψυχή τοῦ πεθαµένου ἀνθρώπου ταξιδεύει δῆθεν στά µέρη πού ἀγάπησε κατά τήν
ζωή του στό σῶµα καί πρίν νά ἀνέβει στούς οὐρανούς, ἡ ψυχή αὐτή λοιπόν
ἐπιστρέφει, εὐχαριστεῖ καί φυλάει µέ εὐγνωµοσύνη τό σῶµα µέ τό ὁποῖο
συνεργάσθηκε στήν γῆ. Τότε ὑπάρχουν οἱ «ἄζωντες»; Ναί. Καί εἶναι πάρα πολλοί.
Ὁρισµένοι λαοί µιλᾶνε πολύ γιά τούς «βρυκόλακες», πού δέν εἶναι οὔτε πραγµατικά
ζωντανοί, οὔτε πραγµατικά νεκροί. Στήν ἴδια κατηγορία βρίσκονται ἴσως καί τά
λεγόµενα «ζόµπι» ἤ «οἱ ζωντανοί-νεκροί». Αὐτοί ὅµως δέν ἔχουν δική τους ζωή.
Δανείζονται τήν ζωή ἀπό τό αἷµα τῶν ζωντανῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἀκριβῶς οἱ νεκροί
στόν Ἄδη συνοµιλοῦσαν µέ τόν Ὀδυσσέα µόνο ἀφοῦ ἔπιναν ἀπό τό αἷµα τῆς θυσίας
του, σύµφωνα µέ τήν Ἑλληνική µυθολογία. Ἀλλά οἱ πράγµατι «Ἄζωντες» εἶναι, κατά
τήν γνώµη µου, ὅλα ἐκεῖνα τά –ἡµερησίως– ἑκατοµµύρια πλάσµατα –ἀπό τόν ζυγώτη
µέχρι τό κυοφορούµενο ἔµβρυο– πού δέν φθάνουν ποτέ νά δοῦν τό φῶς τῆς ζωῆς,
εἴτε διότι κάποιο ἀτύχηµα ἤ κάποιο ἀνθρώπινο χέρι τούς διέκοψε βίαια τήν
πορεία µέ ἔκτρωση, εἴτε διότι ὁ Θεός διαφορετικά ἀποφάσισε. Καί εἶναι ἀκόµη ὅλα
ἐκεῖνα τά ὄντα γιά τά ὁποῖα µιλᾶ ὁ Δάντης Ἀλιγκιέρι στήν “Θεία Κωµωδία” του καί
τά ὁποῖα “ὁ οὐρανός ἀπορρίπτει καί οἱ Κόλαση δέν τά δέχεται». Νά προσευχηθοῦµε
καί γι’ αὐτούς!
π. Ἠλίας Φρατσέας
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 115
Ἰανουάριος
2012
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου