Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» - H ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΗΦΑΓΟ ΚΑΙ ΣΑΠΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ



H ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ  ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΗΦΑΓΟ ΚΑΙ  ΣΑΠΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ
         
Πατρίδα µας τόν τελευταῖο καιρό βρίσκεται στή δίνη µιᾶς πρωτοφανοῦς οἰκονοµικῆς ὑφέσεως, λόγω τῆς παγκόσµιας χρηµατοπιστωτικῆς κρίσης πού ταλανίζει τίς οἰκονοµίες ὅλων σχεδόν τῶν χωρῶν τῆς ὑφηλίου. Στή δύσκολη αὐτή περίοδο, κατά τήν ὁποῖα θά ἔπρεπε νά πλεονάζει ἡ προσευχή, ὅλοι µας γινόµαστε µάρτυρες µιᾶς ἀκόµα ἐνορχηστρωµένης ἐπίθεσης τοῦ σαπροῦ, διεφθαρµένου καί ἀνίκανου Ἑλληνικοῦ Κράτους κατά τῆς Ἐκκλησίας, µέ στόχο τήν ἐκµετάλλευση τῆς «ἀµύθητης» ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας. Οἱ πολέµιοι τῆς Ἐκκλησίας, που µέ πρόσχηµα τήν καταβολή τῆς µισθοδοσίας τοῦ Ὀρθόδοξου κλήρου ἐπιθυµοῦν νά ἐκµεταλλευθοῦν περαιτέρω τήν ἐκκλησιαστική περιουσία, γιά νά µήν ἐπιβαρύνουν τάχα τά δηµόσια οἰκονοµικά, ἀποκρύπτουν τήν πραγµατική ἀλήθεια καί ἐπιχειροῦν σκόπιµα νά ἐξαπατήσουν τήν µεγάλη πλειονότητα τοῦ θρησκευόµενου ἑλληνικοῦ λαοῦ. Θά προσπαθήσουµε στή συνέχεια νά ἐξετάσουµε πῶς πολιτεύτηκε τό Ἑλληνικό Κράτος ἀπέναντι στήν Ἐκκλησία τά τελευταῖα διακόσια περίπου χρόνια σχετικά µέ τό θέµα τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας γιά νά καταλήξουµε σέ χρήσιµα συµπεράσµατα γιά τό µέλλον.
Ἡ Ἐκκλησία καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς µακραίωνης ἱστορίας της ποτέ δέν κράτησε τήν περιουσία της γιά τόν ἑαυτό της, ἀλλά τήν χρησιµοποιοῦσε γιά τήν ἀνακούφιση τῶν προβληµάτων τοῦ λαοῦ της. Αὐτό φάνηκε ἰδιαίτερα κατά τή διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, ὅταν ἡ Ἐκκλησία στάθηκε κοντά στό σκλαβωµένο Γένος, τό ὁποῖο ἀγκάλιασε καί περιέσωσε ἀπό τόν κίνδυνο τοῦ ἀφανισµοῦ, ἐνῶ δέ δίστασε νά συµβάλλει καί οἰκονοµικά, µέ τήν περιουσία της, γιά τήν εὐόδωση τοῦ ἀγώνα τῆς ἐθνικῆς παλλιγγενεσίας. Εἶναι χαρακτηριστική τόσο ἡ ἐγκύκλιος τῆς 5ης Ἀπριλίου 1822, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς δηµόσιας Ἐκπαίδευσης «κατά πᾶσαν τήν Ἐπικράτειαν περί λήψεως χρυσῶν καί ἀργυρῶν ἐκκλησιαστικῶν σκευῶν» ὅσο καί ἡ γραφίδα τοῦ ἱστορικοῦ πού καταγράφει ὅτι «...συνεισέφερον προθύµως αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι καί Μοναί λυχνίας ἀργυρᾶς καί κηροπήγια καί εἴ τι τῶν ἐντός τῆς θείας τραπέζης καθιερωµένων χρυσῶν καί ἀργυρῶν, ἐπαρκοῦσαι πρός διατροφήν τῶν ἀγωνιζοµένων πενήτων, καί κουφίζεσθαι τό δυνατόν τάς φοβεράς ἀνάγκας τοῦ πολέµου. Συνήχθησαν δέ περίπου λίτραι δισχίλιαι τετρακόσιαι (ἤ 800 ὀκάδες) ἀργύρου καί χρυσοῦ καί νόµισµα ἀπό τούτων ἤθελον κόπτειν».
Μετά τήν ἀπελευθέρωση καί τή δηµιουργία τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, αὐτό ἀντί νά ἀναγνωρίσει τήν προσφορά τῆς Ἐκκλησίας στόν ἀγώνα τοῦ Ἔθνους γιά τήν ἐλευθερία του ἐστράφη µέ ἀχαριστία ἐναντίον της, ἐπιδιώκοντας νά τήν µεταβάλλει σέ µιά ἀσήµαντη κρατική ὑπηρεσία τοῦ νέου κρατικοῦ ὀργανισµοῦ. Καί ἐνῶ τά ἐκ τῆς ἐκποιήσεως καί τῶν µισθωµάτων εἰσπραττόµενα χρήµατα, σύµφωνα µέ τό ΙΑ΄ ψήφισµα τῆς τέταρτης Ἐθνικῆς Συνέλευσης τῶν Ἑλλήνων στό Ἄργος στίς 11 Ἰουλίου 1829, εἶναι «προσδιωρισµένα ἐξηρηµένως εἰς βελτίωσιν τοῦ κλήρου» µιᾶς καί «ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει µέ τόν τρόπο αὐτό εἰς τήν ἐπάρκειαν τῶν ἀναγκαίων εἰς τούς λειτουργούς τοῦ Θεοῦ, ἵνα σχολάζοντες τῶν βοιωτικῶν µεριµνῶν ἐνασχολοῦνται ἐπιµελέστερον περί τήν ὑπηρεσίαν τῶν θείων καί τήν τῶν ψυχῶν παιδαγωγίαν καί προστασίαν», ἐν τούτοις ἡ πραγµατικότητα εἶναι πολύ διαφορετική.
Ὁ Βασιλεύς Ὄθων καί ἡ µετ’ αὐτοῦ τριανδρία τῆς Ἀντιβασιλείας, µέ τά βασιλικά διατάγµατα τοῦ 1833 καί 1834, ἐπεδίωξαν καί ἐπέτυχαν, ἀφ’ ἑνός νά ἀποκόψουν τήν Ἐκκλησία τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἀπό τήν φυσική της ἀγκαλιά, τό Οἰκουµενικό Πατριαρχεῖο, δηµιουργῶντας ἕνα  µόρφωµα Ἐκκλησίας µέ ἀρχηγό τόν Βασιλιᾶ καί µία διορισµένη ἀπό τό Κράτος ἑξαµελῆ Ἱερά Σύνοδο καί ἀφ’ ἑτέρου, λησµονῶντας τήν ἀνεκτίµητη προσφορά τῶν Ὀρθοδόξων µοναστηριῶν στούς παλαιότερους, ἀλλά καί στούς ἀκόµα καί τότε νωπούς ἀγῶνες τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας, νά προχωρήσουν στή διάλυση 416 Ὀρθοδόξων Μοναστηριῶν καί νά ἁρπάξουν κυριολεκτικά τήν κινητή καί ἀκίνητη περιουσία τους, µέ τήν πρόφαση τῆς δηµιουργίας Ἐκκλησιαστικοῦ Ταµείου γιά τήν πληρωµή τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου.
Ἦταν ὅµως τόσο κακή ἡ σύσταση καί ὀργάνωση τοῦ Ταµείου αὐτοῦ, ὥστε τό µόνο πού συνέβη ἦταν ἡ ἁρπαγή τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καί ἡ πώληση –ἐκ µέρους ἐπιτηδείων– τῶν ἱερῶν σκευῶν καί κειµηλίων στά παζάρια. Ἔτσι δέν πέρασαν παρά µόνο τέσσαρα χρόνια καί τό Ἐκκλησιαστικό Ταµεῖο πού δηµιουργήθηκε ὡς εἰδικό, µέ τό Διάταγµα τῆς 13ης Ἰανουαρίου 1838 διαλύεται καί ὅλες οἱ ἁρµοδιότητές του µεταφέρθηκαν στήν ἐκκλησιαστική Γραµµατεία γιά λόγους οἰκονοµίας. Ἀλλά καί πάλι µετά τήν παρέλευση µιᾶς πενταετίας, µέ τό Διάταγµα τῆς 29ης Ἀπριλίου 1843 ὅλα τά ἐκκλησιαστικά εἰσοδήµατα µεταβαίνουν στήν Γραµµατεία τῶν Οἰκονοµικῶν µέ ἀποκλειστικό σκοπό «τήν βελτίωσιν τοῦ Κλήρου καί τήν ἐκπαίδευσιν τῆς νεολαίας». Δύο ὅµως προσπάθειες τῶν Συνόδων τῶν ἐτῶν 1836 καί 1839 πού ζητοῦν «παρά τῆς Κυβερνήσεως Σχολεῖα Ἐκκλησιαστικά εἰς Ἐκπαίδευσιν τοῦ Κλήρου» δέν βρῆκαν ἀνταπόκριση.
Ὅσοι προσδοκοῦσαν τήν βελτίωση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγµά­των µετά τήν χορήγηση τοῦ Αὐτοκεφάλου στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπογοητεύθηκαν µέ τήν ἔκδοση τῶν σχετικῶν Νόµων Ξ΄ καί ΞΑ΄. Ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία συνέχισε νά ζῆ τήν Βαβυλώνεια αἰχµαλωσία καί ὁµηρία της. Ἐπί ἑβδοµήντα τρία χρόνια τά µέλη τῆς Ἱεραρχίας της δέν εἶχαν τό δικαίωµα νά συνέρχονται σέ σῶµα καί ὁ βασιλικός ἤ Κυβερνητικός Ἐκπρόσωπος ἦταν καθοριστικός παράγοντας στήν λειτουργία τῆς Συνόδου, ἀφοῦ τά πρακτικά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καθίσταν­το ἄκυρα χωρίς τήν ὑπογραφή του.
Στή διάρκεια τῆς δεύτερης καί τρίτης δεκαετίας του 20ου αἰώνα, µετά τούς Βαλκανικούς Πολέµους καί κυρίως µετά τήν  Μικρασιατική Καταστροφή τοῦ 1922 ἄρχισε ἡ ληστρική ἀπαλλοτρίωση τῶν µοναστη­ριακῶν κτηµάτων ἀπό τό Ἑλληνικό Κράτος, χωρίς νά λαµ­βά­νεται ἀντίστοιχη φροντίδα γιά τά οἰκονοµικά προβλήµατα τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τούς ἀναγκαστικούς νόµους 1072/1917 καί 2050/1920 ἀπαλλοτριώθηκαν πολλές µοναστηριακές ἐκτάσεις γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν προσφύγων καί τῶν ἀκτηµόνων, καταδικάζοντας πάρα πολλά µοναστήρια σέ µαρασµό καί λειψανδρία. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἀπό τό 1917 ἕως τό 1930 ἀπαλλοτριώθηκαν ἐκκλησιαστικές ἐκτάσεις ἀξίας ἄνω τοῦ ἑνός δισεκατοµυρίου προπολεµικῶν δραχµῶν καί τό Κράτος κατέβαλε στό Γενικό Ἐκκλησιαστικό Ταµεῖο µόνο τό 4% (σαράντα ἑκατοµύρια δραχµές). Τά ὑπόλοιπα ἑννιακόσια ἑξῆντα ἑκατοµύρια δραχµές ὀφείλονται ἀκόµα…
Στή συνέχεια µέ τό Ν. 4684/1931 περί “Ὀργανισµῶν Διοικήσεως Ἐκκλησιαστικῆς καί Μοναστηριακῆς Περιουσίας” ἀποφασίσθηκε ἀπό τήν Πολιτεία ἡ ρευστοποίηση τῆς ἀκίνητης περιουσίας τῶν Μονῶν παρά τίς ἐπιφυλάξεις τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Μοναστηριακή περιουσία διαιρέθηκε σέ διατηρητέα καί ἐκποιητέα. Τά ἔσοδα τῆς ἐκποιηθείσης περιουσίας κατατέθηκαν ὡς κεφάλαιο, ἀπό τούς τόκους τοῦ ὁποίου θά λαµβάνονταν οἱ πόροι γιά τήν διοίκηση, τίς οἰκονοµικές ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας καί τήν µισθοδοσία τοῦ ἐφηµεριακοῦ Κλήρου. Τά ἔσοδα αὐτά βάσει τοῦ Ν. 18/1944 τοποθετήθηκαν σέ «ἐθνικά χρεόγραφα καί χρηµατόγραφα» τά ὁποῖα ἐξανεµίσθηκαν στό σύνολό τους, µετά τήν κατάρευση τῆς Ἑλληνικῆς Οἰκονοµίας ἐξ αἰτίας τοῦ Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου καί τῶν δραµατικῶν γεγονότων πού ἐπακολούθησαν.
Ἡ ἑποµένη ἐπίθεση κατά τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας θά γίνει µέ τήν ἀπό 18/9/1952 «Σύµβαση περί ἐξαγορᾶς ὑπό τοῦ Δηµοσίου κτηµάτων τῆς Ἐκκλησίας πρός ἀποκατάστασιν ἀκτηµόνων καλλιεργητῶν καί ἀκτηµόνων µικρῶν κτηνοτρόφων…». Σύµφωνα µέ τήν σύµβαση αὐτή, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑποχρεώθηκε νά παραχωρήσει στό Κράτος τό 80% τῆς καλλιεργούµενης ἤ καλλιεργήσιµης ἀγροτικῆς περιουσίας της, ἤτοι ἑπτακόσιες πενῆντα χιλιάδες στρέµµατα καλλιεργούµενης γῆς καί βοσκοτόπων, στό 1/3 τῆς ἀξίας των, µέ ἀντάλλαγµα ἑξακόσια εἴκοσι ἕξι ἀκίνητα εὐτελοῦς καί ἀµφιβόλου ἀξίας καί σαράντα πέντε ἑκατοµµύρια δραχµές νέας τότε ἐκδόσεως, τά ὁποῖα ποτέ δέν τῆς ἐδόθησαν. Ἐπιπλέον, µέ τή Σύµβαση τοῦ 1952, τό Ἑλληνικό Κράτος διακήρυξε ὅτι δέν θά προβεῖ στό µέλλον σέ ἀναγκαστική ἀπαλλοτρίωση τῆς ἐναποµείνασας ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καί δεσµεύτηκε νά παράσχει στήν Ἐκκλησία κάθε ἀναγκαία ὑλική καί τεχνική ὑποστήριξη γιά τήν περαιτέρω ἀξιοποίησή της. Μέ τήν ἴδια σύµβαση καθιερώθηκε καί ἡ µισθοδοσία τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου ἀπό τόν κρατικό προϋπολογισµό ὡς ὑποχρέωση τοῦ Κράτους ἔναντι τῶν µεγάλων παραχωρήσεων γῆς στίς ὁποῖες εἶχε προβεῖ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κατά τήν δεκαετία 1922 - 1932.
Τό ἀφερέγγυο, ἀναξιόπιστο καί ἀδηφάγο Ἑλληνικό Κράτος «πρίν ἀλέκτωρ λαλήσει τρίς» µέ τό Ν. 1700/1987 (νόµος Τρίτση) προσπάθησε νά ἀποψιλώσει γιά ἄλλη µία φορά τήν Ἐκκλησιαστική περιουσία, παρά τίς περί ἀντιθέτου διακηρύξεις τοῦ πρόσφατου παρελθόντος. Ἡ αὐθαίρετη ἐπέµβαση τῆς Πολιτείας σέ ζητήµατα Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἀνάγκασε τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά προσφύγει στό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο, τό ὁποῖο µέ τήν ὑπ’ ἀριθµ. 10/1993/405/483/484/9-12-1994 ἀπόφασή του, διαπίστωσε ὅτι ἡ ἐφαρµογή τῶν Ν. 1700/1987 καί 1811/1988 παραβίασε θεµελιώδη δικαιώµατα τῶν Ἱερῶν Μονῶν σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στά περιουσιακά τους κεκτηµένα καί ἀνέτρεψε τή µέχρι τότε ὑπέρ τοῦ Κράτους νοµολογία τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων καί ἐπέβαλλε σέ αὐτά νά συµµορφωθοῦν πλήρως µέ τή Σύµβαση τῆς Ρώµης.
Ἡ Ἐκκλησία ὅµως παρά τίς συνεχεῖς ἀδικίες πού ὑφίσταται ἀπό τήν Πολιτεία δέν παύει νά προσφέρει στό Κράτος τῆ γῆ της γιά νά ἱδρυθοῦν Ἱδρύµατα εὐαγῆ γιά τίς ἀνάγκες τοῦ λαοῦ της. Τό Ἑλληνικό δηµόσιο ἔχει γίνει πολλές φορές ἀποδέκτης ἐκτάσεων µεγάλης ἀξίας, τίς ὁποῖες παραχώρησε ἡ Ἐκκλησία προκειµένου νά λειτουργήσουν κατασκηνώσεις, νά ἀνεγερθοῦν σχολεῖα, ἱδρύµατα, γυµναστήρια, στρατόπεδα ἤ νά δηµιουργηθοῦν κοινόχρηστοι χῶροι γιά τήν ἀναψυχή τοῦ λαοῦ. Ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγµα κοινωνικῆς προσφορᾶς, ὄχι τό µοναδικό, ἀποτελεῖ γιά τήν πόλη τῶν Ἀθηνῶν ἡ Ἱερά Μονή Ἀσωµάτων Πετράκη. Ἔχοντας στήν κατοχή της σηµαντική περιουσία πού τήν ἀπέκτησε κατά τόν 17ο καί 18ο αἰώνα µέ ἀγορές τῶν ἡγουµένων της, ἀναδείχθηκε ὁ µεγαλύτερος κοινωνικός εὐεργέτης τῶν Ἀθηνῶν. Σέ δωρηθέντα ἀκίνητά της ἔχουν ἀνεγερθεῖ:
1) ἡ Ριζάρειος Σχολή, 2) ἡ Ἀκαδηµία Ἀθηνῶν, 3) τό Αἰγινίτειο Νοσοκοµεῖο, 4) τό Μετσόβειο Πολυτεχνεῖο, 5) τό Σκοπευτήριο, 6) τό Πτωχοκοµεῖο, 7) ἡ Μαράσλειος Ἀκαδηµία, 8) τό Θεραπευτήριο Εὐαγγελισµός, 9) τό Ἀρεταίειο Νοσοκοµεῖο, 10) ἡ Ἀγγλική Ἀρχαιολογική Σχολή, 11) οἱ Ἀστυνοµικές Σχολές στήν ὁδό Μεσογείων, 12) τό Νοσοκοµεῖο Παίδων, 13) τό Νοσοκοµεῖο Συγγροῦ, 14) τό Λαϊκό Νοσοκοµεῖο Σωτηρία, 15) τό Ἀσκληπιεῖο Βούλας, 16) ἡ Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, 17) τό Ὀρφανοτροφεῖο Βουλιαγµένης, 18) τό ΠΙΚΠΑ, 19) τό Ἰπποκράτειο Νοσοκοµεῖο, 20) τό Γηροκοµεῖο Ἀθηνῶν, 21) ἡ Ἐθνική Βιβλιοθήκη, 22) τό Πανεπιστήµιον τῶν Ἀθηνῶν, καθώς καί 142 Δηµοτικά Σχολεῖα καί Γυµνάσια τῶν Ἀθηνῶν καί τῆς εὑρύτερης περιοχῆς τῆς Ἀττικῆς.
Παρά ταῦτα ὅµως, στά µάτια κάποιων ἀκόµα καί ἡ ἐναποµείνασα περιουσία φαντάζει µεγάλη. Δέ λαµβάνεται ὅµως ὑπ’ ὄψη ὅτι αὐτή δέν ἀνήκει στήν Κεντρική Διοίκηση (Ἱερά Σύνοδο), ἀλλά σέ περισσότερα ἀπό 10.000 ἐκκλησιαστικά Νοµικά Πρόσωπα Δηµοσίου Δικαίου (Μητροπόλεις, Ναούς, Μονές, Προσκυνήµατα, Ἱδρύµατα, Κληροδοτήµατα καί ἄλλα) τό καθένα ἀπό τά ὁποῖα ἀγωνίζεται, µέσα στόν κυκεῶνα τῶν νοµικῶν καί διοικητικῶν δεσµεύσεων, νά διαφυλάξει τήν κυριότητα καί νά ἀξιοποιήσει τά ὅσα τοῦ ἀνήκουν περιουσιακά στοιχεῖα, γιά τό καλό του Χριστεπώνυµου πληρώµατος καί τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ Ἐκκλησία ἑποµένως, δικαιοῦται νά ἔχει περιουσία, καί ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ ἱστορικά εἶναι σέ θέση νά τήν ἀξιοποιήσει ἐπωφελῶς γιά τόν ἑλληνικό λαό µέ καλύτερο τρόπο ἀπό ὅτι τό Ἑλληνικό Κράτος. Ἡ Ἐκκλησία τήν περιουσία της ποτέ δέν τήν κράτησε γιά τόν ἑαυτό της ἀλλά τήν χρησιµοποίησε γιά τό λαό της. Σέ ὅλη τή µακραίωνη ἱστορία τῆς ἡ Ἐκκλησία τάιζε πεινασµένους, πότιζε διψασµένους, ἔντυνε γυµνούς, περιέθαλπε ἀρρώστους, φρόντιζε πτωχούς, προστάτευε ὀρφανούς, στήριζε γερόντους, µόρφωνε ἀπόρους, ἀποφυλάκιζε φυλακισµένους, ξεχρέωνε χρεωµένους, ἐλευθέρωνε αἰχµαλώτους, ἔχτιζε σχολεῖα, νοσοκοµεῖα καί πλῆθος εὐαγῶν ἱδρυµάτων. Τά ἐγκληµατικά λάθη τοῦ παρελθόντος, οἱ ἀστοχίες, ἡ ἀσυνέπεια καί ἡ ἰδιοτέλεια στήν πορεία τῶν δύο αἰώνων πού πέρασαν δέν πρέπει νά ἐπαναληφθοῦν, ἀλλά νά γίνουν µάθηµα γιά µία ἔντιµη συνεργασία Ἐκκλησίας καί Πολιτείας στό µέλλον.

Ἰωάννης Χαραλάµπης
Οἰκονοµολόγος
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 115 
Ἰανουάριος 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου