«Ἐνύσταξεν ἡ ψυχή µου ἀπό ἀκηδίας...»
Ὑπάρχουν πράγµατα
πού εἶναι ἔµφυτα καί φυσικά στόν ἄνθρωπο γιατί εἶναι ἔτσι ἀπό τήν κατασκευή
του, ἀκόµη κι ἄν ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ἀγνοεῖ τή θεϊκή του προέλευση. Κι ὁλόκληρη
ἡ κτίση ἀγνοεῖ τήν προέλευσή της, ἀλλά αὐτό δέν τήν ἐµποδίζει νά λειτουργεῖ,
ὑπακούοντας στούς κανόνες τοῦ Δηµιουργοῦ της.
Ἔτσι,
ὁ λαός µας –πού εἶναι ἕνας ἀπό τούς πιό παλιούς λαούς τῆς γῆς- ἔψαχνε πάντοτε
τά µυστήρια τῆς ὕπαρξής του, ἤθελε νά καταλάβει τό λόγο πού οἱ ἄνθρωποι
γεννιοῦνται καί πεθαίνουν. Δέν ἤξεραν ποιός θεός δηµιούργησε τόν ἄνθρωπο, ἀλλά
ἤξεραν ὅτι τό καλό εἶναι καλό καί τό κακό, κακό. Δέν εἶχαν διδαχτεῖ ἀπό κανένα
ὅτι πρέπει νά ἀγαποῦν τήν ἀρετή, ἀλλά τούς ἐρχόταν φυσικό νά τήν ἀγαποῦν καί νά
δοµήσουν τήν κοινωνική τους ζωή πάνω στή δικαιοσύνη, τή γενναιότητα, τήν
αὐτοθυσία κι ὅλες τίς ἀρετές.
Τό
ἴδιο φυσική τούς ἦταν ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἅπαξ καί ὑπάρξει, δέν µπορεῖ
νά χαθεῖ. Πῶς εἶναι δυνατόν ἡ εὐγένεια, ἡ ἐντιµότητα, ἡ καλωσύνη, ἡ δικαιοσύνη,
ἡ αὐταπάρνηση, σάν ἀξίες, νά µένουν στόν αἰῶνα, κι ὁ ἄνθρωπος πού ἐργάζεται τίς
ἀρετές νά χάνεται; Κι ἐπειδή ζοῦσαν σ΄ἕνα τόπο ὅπου ἡ ἄνοιξη ἦταν καί εἶναι ἡ
φυσική ἀπόδειξη τῆς ἀνάστασης, ἡ βεβαιότητα τοῦ ὅτι τίποτα δέν πάει χαµένο –Omnia mutantur, Nihil interit, ὅλα
ἀνακυκλώνονται, τίποτα δέν χάνεται, ἐπιβεβαίωναν λίγο ἀργότερα καί οἱ Ρωµαῖοι-
οἱ Ἕλληνες θεώρησαν σάν φυσική αἰωνιότητα τῶν δικαίων τά Ἠλύσια Πεδία, τή γῆ
τῶν Μακάρων, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἄνοιξη δέν τέλειωνε ποτέ. Ἀλλά οὔτε οἱ κακοί ἔπρεπε νά
χαθοῦν. Ἔπρεπε νά ὑπάρχουν κι αὐτοί αἰώνια µέ τήν κακία τους, στό δικό τους
τόπο, στά Τάρταρα.
Γιά
νά µήν σκιαστεῖ ἀπό κανένα πόνο ἡ µακαριότητα τῶν δικαίων, ὑπῆρχε ἡ πηγή τῆς
Λήθης, ἀπ’ ὅπου ἔπιναν οἱ µακάριοι κάτοικοι τῶν Ἠλυσίων Πεδίων καί λησµονοῦσαν.
Ἀπό ἐκεῖ, ὅµως, ξεκινάει τό πρόβληµα. Λησµονοῦσαν τί; Τόν πόνο καί τόν κόπο
πού, τίς περισσότερες φορές, εἶναι σφιχτά δεµένα µέ ὅ,τι ἀγαπήσαµε καί µέ ὅ,τι
µάθαµε; Ἡ γνώση ἔρχεται ὕστερα ἀπό πολύ πόνο καί κόπο. Κι ἡ ἀγάπη δουλεύεται µέ
πολύ πόνο καί κόπο. Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά τά ξεχάσει καί νά µείνει ὁ ἴδιος; Τό
πῶς µαθαίνουµε καί τό πῶς ἀγαπᾶµε εἶναι ὁ βαθύτερος προσδιορισµός τῆς
προσωπικότητάς µας. Πῶς θά βυθιστοῦµε στή λήθη χωρίς νά ἀλλοιωθεῖ ὁ ἴδιος µας ὁ
ἑαυτός; Καί, µήπως, τελικά, οἱ ἄδικοι καί κακοί, στά Τάρταρα, εἶναι πιό
τυχεροί, ἀφοῦ αὐτοί παραµένουν ὁ ἑαυτός τους µέ τίς µνῆµες τῆς κακίας τους –καί
τόν πόνο πού τήν διαµόρφωσε- ἀκέραιες; Κακός καί ἄδικος, ἴσως, ἀλλά εἶµαι αὐτός
πού εἶµαι καί µένω ἔτσι σ’ ὅλη τήν αἰωνιότητα, µέ τόν ἑαυτό µου καί τό νοῦ µου
ἀκέραιο, ἄρα, τελικά, µόνο µέσα ἀπό τήν κακία µου µπορῶ νά ὑπάρξω, γιατί ἡ µακαριότητα
χρειάζεται τή λήθη, ἐνῶ ἡ κακία δέν χρειάζεται τίποτα!
Νά
γιατί κανένας φυσικός πόθος τῆς ψυχῆς µας, ὅσο κι ἄν ἀναβλύζει ἀπό τήν πηγή τῆς
δηµιουργίας µας, δέν µπορεῖ νά βρεῖ τήν ἐκπλήρωσή του χωρίς τό Χριστό. Ὁ
Χριστός, µέ τήν Ἀνάστασή Του, εἶναι ὁ µόνος πού µᾶς δίνει τήν αἰωνιότητα
κρατῶντας τούς ἑαυτούς µας ἀτόφιους, ψυχές καί σώµατα, µέ ὅλα τά σηµάδια τῆς
ζωῆς τους καί ὅλες τίς µνῆµες τους, ἀλλά χωρίς πόνο καί χωρίς δάκρυα. Μᾶς δίνει
τήν ἀθανασία, ὄχι τῆς λήθης, ἀλλά τῆς αἰώνιας µνήµης. Τῆς µνήµης κάθε στιγµῆς
καί κάθε πόνου καί κάθε πληγῆς πού, ὅµως δέν µᾶς τροµάζει, γιατί ἡ χαρά ἡ δική
Του θά ἔχει στεγνώσει κάθε δάκρυ ἀπό ὅλα τά πρόσωπα καί θά ἔχει ἐκπληρώσει κάθε
ἐπιθυµία σ’ ὅλες τίς καρδιές.
Γιατί
δέν ὑπάρχει τίποτα πού νά µένει ἀνίατο, παρά µόνον ὅ,τι ἐµεῖς οἱ ἴδιοι κρατᾶµε
καί δέν Τοῦ παραδίδουµε. Ἡ µνήµη τῆς κακίας πού ἐµεῖς ἀγαπᾶµε καί δέν
ἀποχωριζόµαστε, αὐτή θά µείνει µαζί µας καί δέν θά ἰαθεῖ καί θά µᾶς χωρίζει ἀπ’
τή µακαριότητα τῶν δικαίων. Κανείς δέν µπορεῖ νά ξεριζώσει βίαια τήν κακία µας
–ἔστω καί θέλοντας νά µᾶς κάνει καλό- ὅταν αὐτή ἡ κακία εἶναι πού ἔχει
διαµορφώσει τήν προσωπικότητά µας καί µᾶς ἀρέσει καί δέν θέλουµε νά τήν
ἀποχωριστοῦµε. Κι ὁ Χριστός µᾶς σέβεται πολύ περισσότερο ἀπ’ ὅσο σεβόµαστε
ἐµεῖς οἱ ἴδιοι τόν ἑαυτό µας.
Θά
ἔπρεπε, λοιπόν, µετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, νά µήν ὑπάρχει κανένα πρόβληµα
ἄλυτο καί κανένας πόθος ἀνεκπλήρωτος. Ἀντί γι’ αὐτό, ὅµως, ὁ σηµερινός Ἕλληνας
ἔχει κάνει ἕνα βῆµα πιό πίσω ἀπό τούς προγόνους του. Ἐκεῖνοι δέν συµβιβάζονταν
µέ τήν ἰδέα ὅτι ὁ ἄνθρωπος χάνεται καί πόθησαν τήν ἀθανασία, ἔστω καί σάν ἕνα
ὡραῖο παραµύθι. Ἐµεῖς δέν ἀφήσαµε χῶρο στήν ψυχή µας οὔτε κἄν γιά πόθους. Ἡ
δική µας ψυχή στέγνωσε καί ἀπό κάθε στάλα δροσιᾶς καί ἀπό κάθε πόθο δροσιᾶς. Ἡ
ἄνοιξη τῶν Ἠλυσίων Πεδίων δέν µᾶς λέει τίποτα. Οἱ ἥρωές µας πᾶνε στούς τάφους
τους, χωρίς νά µᾶς λένε τίποτα. Τό δίληµµα τοῦ Ἡρακλῆ µπροστά στό σταυροδρόµι
τῆς Ἀρετῆς καί τῆς Κακίας µᾶς κάνει νά χαµογελᾶµε εἰρωνικά. Οὔτε οἱ ἀρετές οὔτε
ἡ κακία µᾶς λένε τίποτα. Σέ τελευταία ἀνάλυση, οὔτε ἡ ζωή µας µᾶς λέει τίποτα,
γι’ αὐτό καί µᾶς ἀρέσει ἡ ἰδέα ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἡ τελεία καί ἡ παύλα τῆς
ἀνίας µας –εὐτυχῶς- καί µετά τό τίποτα, ἡ φωτιά πού ἀφανίζει τά πάντα.
Ἀπ’
ὅλους τούς λαούς τῆς γῆς, ὁ δικός µας λαός θά ἔπρεπε νά ξέρει, νά µήν ἀφήνεται
νά πέσει στήν τρέλα καί στήν ἀκηδία πού ἀφανίζει ψυχικά τούς σηµερινούς
ἀνθρώπους. Κι ὅµως, ὁ δικός µας λαός, πιό πολύ ἀπ’ ὅλους τούς ἄλλους δέν θέλει
νά µπεῖ στόν κόπο καί τόν πόνο τῆς περιπέτειας τῆς ζωῆς. Ἀρνεῖται νά ἀγαπήσει,
νά ὀνειρευτεῖ, νά ἐπιθυµήσει, νά πονέσει καί νά γνωρίσει. Περιφέρει τήν ἀκηδία
του ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ, διασκεδάζοντάς την, πότε µεθῶντας, πότε στήν προσωρινή
λήθη τῶν ναρκωτικῶν, πότε ἀλλάζοντας συντρόφους, καταδικασµένος σάν τόν Τάνταλο
στή δίψα πού δέν σβήνει ποτέ. Γιατί ἡ ἀκηδία σέ περιµένει ἀνάλγητα νά
ἐπιστρέψεις µετά ἀπό κάθε µεθύσι, µετά ἀπό κάθε «ταξίδι», µετά ἀπό κάθε
σύντροφο. Σέ περιµένει πιό δυνατή καί πιό κατακτητική ἀπό πρίν...
«...ἐνύσταξεν
ἡ ψυχή µου ἀπό ἀκηδίας...»
Ποιός
θά µᾶς ξυπνήσει; Ποιός ἄλλος µπορεῖ, ἐκτός ἀπό Ἐκεῖνον πού, «ἀναπεσών
κεκοίµηται ὡς λέων καί ὡς σκύµνος καί τίς ἐγερεῖ αὐτόν;» Ἐκεῖνος µόνος Του
κοιµήθηκε καί µόνος Του ξύπνησε καί εἶναι ὁ µόνος πού ξέρει νά µᾶς ξυπνήσει κι
ἐµᾶς τούς ταλαίπωρους ἀπό τή βαρειά ἀκηδία πού µᾶς ἔχει ἀκινητοποιήσει. Ἀρκεῖ
νά ἀνοίξουµε τά µάτια µας καί νά πάρουµε παράδειγµα ἀπ’ τόν ἥλιο καί τήν ἄνοιξη
πού ζωντάνεψαν τό θάνατο τοῦ χειµῶνα καί νά ποθήσουµε κι ἐµεῖς ἀπ’ τό βάθος τῆς
ψυχῆς µας τή ζωή καί τήν ἀθανασία.
Νινέττα Βολουδάκη
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους
118
Ἀπρίλιος
2012
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου