Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» - ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΠΟΙΜΕΝΕΣ, ΟΧΙ ΙΕΡΕΙΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΣ



ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ  ΠΟΙΜΕΝΕΣ,
ΟΧΙ  ΙΕΡΕΙΣ  ΤΗΣ  ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΣ

Τόν τελευταῖο καιρό ἀκοῦμε σενάρια πρωτάκουστα γιά τά Ἑλληνικά δεδομένα σχετικά μέ τόν κλῆρο τῆς Ἐκκλησίας μας. Καλῶς ἤ κακῶς –δέν εἶναι ἡ ἀρμοδιότητά μας νά τό κρίνουμε– ἡ Ἐκκλη­σι­α­στική Διοίκηση συναίνεσε στήν ἐφαρμογή τοῦ 1 πρός 5, δηλ. μία πρόσ­ληψη ἀνά πέντε ἁποχωρήσεις, (πού ἰσχύει τελευταῖα στόν εὐρύτερο δημόσιο τομέα,) καί γιά τόν ἐφημεριακό κλῆρο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Μέ αὐτό τό βῆμα ἡ Ἐκκλησιαστική διοίκηση πιθανόν νά ἤθελε νά ἐκφράση τή συμπαράστασή της στήν πολιτική ἡγεσία τοῦ τόπου μας καί νά ἐνισχύση τούς ἐργαζομένους στίς δοκιμασίες πού περνοῦν, ἐκφράζοντας ἔτσι τήν συμπάθειά της.
Παρ’ ὅτι μᾶς ἐκπλήττει, ἄς σεβαστοῦμε τήν ἀπόφαση τῆς
Ἱεραρχίας. Αὐτό ὅμως πού μοῦ φαίνεται ἐντελῶς ἀκατανόητο, εἶναι ἡ σχεδόν ἀνύπαρκτη ἀντίδραση τόσο ἡμῶν τῶν κληρικῶν, ὅσο καί τῶν πιστῶν, στήν πρόταση νά χειροτονηθοῦν ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι θά ἀσκοῦν ἄλλο βιοποριστικό ἐπάγγελμα –ὅπου ἀπαιτεῖται καί μέ πολιτική ἐνδυμασία– καὶ θά λειτουργοῦν τίς μεγάλες ἑορτές καί τίς Κυριακές καθώς καί θά διαβάζουν κηδεῖες, γιά νά μή μείνη ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἀλειτούργητος καί ἀδιάβαστος, σάν νά ζούσαμε κάπου στή διασπορά, ἀπομονωμένοι, μέσα σέ ξένα ἀλλόθρησκα ἤ ἄθεα περιβάλλοντα. Πῶς, ἀλήθεια, πέρασαν σχεδόν ἀπαρατήρητες καί ἀσχόλιαστες τέτοιες προτάσεις, γιά τίς ὁποῖες δέν ἔπρεπε νά ντραποῦν μόνο ἐκεῖνοι πού τόλμησαν νά τίς ἐκστομίσουν, ἀλλά καί ὅλοι μας πού τίς ἀκοῦμε χωρίς νά μᾶς σηκωθῆ ἡ τρίχα! Μήπως φταίει ὅτι μᾶς ἀπορρόφησε ἡ “κάρτα τοῦ πολίτου”, ἤ μήπως ἔχουμε παραδοθῆ καί σέ ἄλλες πτυχές τῆς προτεσταντικῆς νοοτροπίας, ἡ ὁποία προχωράει ραγδαῖα στήν Χώρα μας.
Προβάλλεται μεταξύ ἄλλων τό ἐπιχείρημα ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη. Αὐτές τίς Ἅγιες μέρες οἱ ἀνάγκες γίνονται πιό αἰσθητές καί ἐντονώτερες, φθάνουν δέ στό σημεῖο νά ζητοῦνται μέσῳ ἀγγελιῶν ἱερεῖς γιά τίς ἀκολουθίες τῆς Με­γάλης Ἑβδομάδος σέ νησιά καί  ἄλλες ἀπομακρυσμένες περιοχές. Ἀλλά τελικά αὐτό εἶναι τό πρόβλημα; Τότε, πῶς ξέρουμε νά ἱκανοποιοῦμε ὅλες τίς ἄλλες “ἀνάγκες” μας, ὑπαρκτές καί ἀνύπαρκτες; Ὅπως μετακινού­μαστε γιά τό γιατρό, τόν καφέ, τά ψώνια, ἔτσι θά μπορούσαμε νά μετα­κινηθοῦμε καί γιά τίς Θ. Λειτουργίες. Ἄρα οἱ φαινομενικές αὐτές ἀνάγκες τακτοποιοῦνται.
Αὐτό πού δέν τακτοποιεῖται εὔκολα, εἶναι ἡ ἔλλειψη Πατέρων. Καί Πα­τέ­ρες χρειαζόμαστε σ’ ὅλους τούς τομεῖς τῆς ζωῆς μας. Ἄν λέγει ὁ Ἅγ. Ἀπόστολος Παῦλος στήν Α΄  πρός Κορινθίους ἐπιστολή του «Ἐλεύθερος γάρ ὤν ἐκ πάντων πᾶσιν ἑμαυτόν ἐδούλωσα, ἵνα τούς πλείονας κερδήσω (19) .... τοῖς πᾶσι γέγονα τά πάντα, ἵνα πάντως τινάς σώσω (22)», μᾶς φανερώνει πόσο μᾶς χρειάζονται πραγματικοί Πατέρες γιά τή σωτηρία μας.
Γιατί ὅμως οἱ σημερινοί πιστοί δέν αἰσθάνονται αὐτή τήν ἀνάγκη καί ἀρκοῦνται στήν ἰδέα ὅτι ὑπάρχει “παπάς” νά ἀνοίγη τήν Κυριακή τήν ἐκκλησία καί νά τούς κηδέψη; Τί ἄρα φταίει γιά αὐτή τήν κατάντια;
Ἡ κύρια αἰτία εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ κληρικοί. Ἀρκετοί ἀπό ἐμᾶς ἀρκούμαστε στήν ἐκπλήρωση τῶν “ἐφημεριακῶν ὑποχρεώσεων” στά ἀστικά κέντρα. Στίς δέ μικρές ἐνορίες, ἐκτός τῶν ἀστικῶν κέντρων, δέν τελοῦνται κἄν οἱ καθημερινές ἀκολουθίες, τοῦ Ὄρθρου καί τοῦ Ἑσπερινοῦ, καί κυριολεκτικά ἀνοίγουν οἱ Ἐκκλησίες μόνο τό Σαββατοκύριακο. Καί ὁ κόσμος, παρ’ ὅτι δέν ἀναπαύεται, βολεύεται μέ αὐτή τήν κατάσταση, ἁπλά καί μόνο ἐπειδή δέν ἐλέγχεται. Ἀντιθέτως ἐλέγχει τόν Παπά του μέ ἀποτέ­λεσμα ὁ ναός νά γεμίζη μόνο στίς κηδεῖες. Οἱ δέ Θ. Λειτουργίες δέν ἐξαρτῶνται ἀπό τό Ἑορτολόγιο καί τό τυπικό τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά ἀπό τά ἐννιάμερα, τρίμηνα, ἑξάμηνα κ.τ.λ. τῶν κεκοιμημένων συγχωριανῶν. Τό μόνο πού ἀπέμεινε σέ πολλά μέρη εἶναι ἡ προσφώνηση τοῦ ἱερέως ὡς “διδασκάλου”, ἐνῶ στήν πραγματικότητα δέν εἶναι οὔτε κἄν μαθητής, ἀλλά ὑποχείριον τοῦ κόσμου.
Πολλοί παραδέχονται ὅτι ἡ Ἱερωσύνη δέν εἶναι ἐπάγγελμα, ἀλλά λειτούργημα. Ἔτσι εἶναι, ἀλλ’ ἐπειδή ἡ λέξη “ἐπάγγελμα” ἀδικεῖ τόν ἱερέα,  καί εἶναι πολύ πτωχή γιά κάποιον πού θυσιάζει τόν ἑαυτό του καί τίθεται ὅλος στήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν συνανθρώπων του. Γι’ αὐτό εἶναι λειτούργημα. Δέν λέγεται λειτούργημα, ἐπειδή τελεῖ μιά Θ. Λειτουργία ἐνῶ κατά τά λοιπά δέν φέρεται οὔτε σάν δημόσιος ὑπάλληλος. Ἀλήθεια, πῶς μπορεῖ ἕνας τέτοιος  ἱερέας νά δικαιολογήση τόν μισθό του;
Ὅπως βλέπουμε, τό πρόβλημα εἶναι βαθύ, καί δέν μᾶς φταίει οὔτε τό μνημόνιο, οὔτε ἡ πολιτική ἐξουσία, οὔτε κάποιοι Μητροπολῖτες πού θέλουν νά καλύψουν τά “κενά” τους, ἀλλά ἐμεῖς, κλῆρος καί λαός, πού δέν αἰσθανόμαστε τίς πραγματικές ἀνάγκες καί τά πραγματικά κενά.
  Γιά νά τά αἰσθανθοῦμε καί νά τά γεμίσουμε αὐτά τά κενά χρειάζεται προσπάθεια καί ἀγώνας. Πρέπει νά ξαναμελετήσουμε ἐμεῖς, οἱ κληρικοί, τούς λόγους «περί ἱερωσύνης» τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καί τήν ποιμαντική τοῦ Ἁγ. Νεκταρίου καί νά προσπαθήσουμε, ἔστω στό ἐλάχιστο, νά πλησιάσουμε τίς προδιαγραφές αὐτές, καί τότε θά διαπιστώσουμε ἄν θά μᾶς μένη καιρός γιά ἄλλες ἀσχολίες. Τότε θα δοῦμε ὅτι τά πραγματικά κενά εἶναι οἱ ἀποίμαντες καί ἀκαλλιέργητες ψυχές τῶν ἀνθρώπων σέ πολλά μέρη τῆς πατρίδας μας, καί ὄχι οἱ κενές ἐφημεριακές θέσεις στό τάδε χωριό καί στὸ τάδε νησί.
Ὅπου ὑπάρχει ὁ πόθος τῶν πιστῶν νά ἔχουν ἕνα ἱερέα - Πατέρα καί διδάσκαλο, ὁ ὁποῖος δέν θά ἀπουσιάζει ἀπό καμμιά πτυχή τῆς ζωῆς τους, ἐκεῖ εἶναι ἀδύνατο νά μή εἰσακούση ὁ Θεός τόν πόθο αὐτῶν. Ἐκεῖ ὁπωσδήποτε θά βρεθῆ λύση. Γιά τέτοιους πιστούς θά εἶναι ἀδιανόητο νά ἀφήσουν τόν ἱερέα νά περιορισθῆ στίς κυριακάτικες Θ. Λειτουργίες καί νά ἀσκεῖ ὅλες τίς ὑπόλοιπες μέρες κάποιο ἐπάγγελμα σάν καί αὐτούς τούς ἴδιους. Εἶναι ἀδιανόητο νά ἁφήσουν τούς ἱερεῖς νά κυκλοφοροῦν καί νά ἐργάζονται μέ τά πολιτικά τους ροῦχα, τή στιγμή πού σέ παλαιότερες μέρες ἀκόμη καί οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως εἶχαν παραχωρήσει στούς ἱερεῖς δικαστική ἐξουσία καί στοιχεῖα τῆς περιβολῆς τῶν δικαστῶν ὡς διακριτικά τῆς ἱερατικῆς ἀμφιέσεως.
Ἄς ἀναθεωρήσουμε ὅλοι, κληρικοί καί λαϊκοί, τά κακῶς κείμενα. Τότε καί οἱ μόνο ἐπαγγελματίες ἤ καί λιγώτερο ἀπό ἐπαγγελματίες ἱερεῖς δέν θά μπορέσουν νά σταθοῦν, καί ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας θά ἔχει ἰσχυρά ἐπιχειρήματα νά ἀποκρούση κάθε εἰς βάρος της συνεργασία καί σύμπραξη μέ ἀντίχριστους ἄρχοντες, καί οἱ τελευταῖοι θά ὑποχωρήσουν κάτω ἀπό ἀσφυκτική πίεση.
Ἄν ἐργασθοῦμε πρός αὐτή τήν κατεύθυνση θά ἀποκτήσουμε τό δικαίωμα νά ποῦμε μαζί μέ τόν Ἅγιο Ἀπόστολο Παῦλο «Ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς ὑπό νόμον ὡς ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον κερδήσω· τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μή ὡς ἄνομος Θεῷ, ἀλλ’ ἔννομος Χριστῷ, ἵνα κερδήσω ἀνόμους· Ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τούς ἀσθενεῖς κερδήσω· τοῖς πᾶσι γέγονα τά πάντα, ἵνα πάντως τινάς σώσω. (Α΄  Κορινθ. θ΄  20-22)».
  Καί τότε τό ἐρώτημα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «Μή οὐκ ἔχομεν ἐξου­σίαν φαγεῖν καί πιεῖν ... ἤ μόνος ἐγώ καί Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξου­σίαν τοῦ μή ἐργάζεσθαι;» ἐκ τῶν πραγμάτων θά φανῆ ὡς ρητορική ἐρώτηση, ἡ ὁποία θά ἔχει λάβει τήν ἀπάντησή της προτοῦ κἄν διατυπωθῆ.

π. Γεώργιος Χάας
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 106
Ἀπρίλιος 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου