Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» - «ΘΥΓΑΤΕΡΕΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΜΗ ΚΛΑΙΕΤΕ ΕΠ’ ΕΜΕ, ΠΛΗΝ ΕΦ’ ΕΑΥΤΑΣ ΚΛΑΙΕΤΕ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΥΜΩΝ»

«ΘΥΓΑΤΕΡΕΣ  ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΜΗ ΚΛΑΙΕΤΕ ΕΠ’ ΕΜΕ, 
ΠΛΗΝ ΕΦ’ ΕΑΥΤΑΣ ΚΛΑΙΕΤΕ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΥΜΩΝ»

δῶ καί δύο χιλιάδες χρόνια ἀναπαρίσταται στούς ναούς μας ἡ πορεία τοῦ Κυρίου μας πρός τή Σταύρωση, ὅπως καί κάθε λεπτομέρεια τοῦ Πάθους Του. Καί μέσα σέ ὅλες τίς "λεπτομέρειες" ἀκοῦμε καί αὐτά τά λόγια Του, πρός τίς γυναῖκες πού στέκονταν στήν ἄκρη τοῦ δρόμου καί Τόν παρακολουθοῦσαν νά περνάει, ὁδεύοντας πρός τό λόφο τοῦ Γολγοθᾶ. Τά ἀκοῦμε, ἀλλά, μέ τή χαρακτηριστική ἀφροσύνη πού μᾶς διακρίνει, τά προσπερνᾶμε, δέν τούς δίνουμε καί ἰδιαίτερη σημασία. Ὅπως κάνουμε καί μέ ὅλα τά "λόγια" πού μᾶς λέει ἔμπρακτα ὁ Θεός στή ζωή μας, μέ ὅλες τίς προειδοποιήσεις Του πού τίς προσπερνᾶμε κι αὐτές καί δέν τούς δίνουμε σημασία.
Δέν εἶναι παράξενο πού ἕνας κατάδικος, ἀτιμασμένος, βασανισμένος, στό δρόμο γιά τό θάνατο, δέν συγκινεῖται ἀπό τή συμπόνοια τῶν ἐλάχιστων ἀνθρώπων πού ἔχουν ἀπομείνει πιά μέ τό μέρος του; Δέν θά 'πρεπε νά τίς εὐχαριστεῖ αὐτές τίς γυναῖκες πού τόν θρηνοῦσαν; Δέν θά 'πρεπε νά θεωρηθοῦν σάν ἔπαρση αὐτά τά λόγια: μήν κλαῖτε γιά μένα, ἀλλά νά κλαῖτε γιά σᾶς καί τά παιδιά σας! Ποιός ἀπό ὅσους ἦσαν μπροστά ἀνησύχησε γι' αὐτά τά λόγια; Ποιός ἀναρωτήθηκε;
Βέβαια, ἀφοῦ εἶναι καταγεγραμμένα, ὑπῆρχαν οἱ λίγοι, οἱ ἄνθρωποι οἱ ξεχωριστοί, αὐτοί πού ἄκουγαν καί καταλάβαιναν. Ἀλλά, ἀπό τό τότε –καί τό τώρα– πλῆθος, ποιός ἔδωσε σημασία; Ποιός φοβήθηκε; Οἱ Ἰουδαῖοι θριάμβευαν. Ὁ ἐνοχλητικός ταραχοποιός ἐπιτέλους, ἐξοντώθηκε. Ἡ φιλία τους μέ τόν Καίσαρα ἐξασφαλίστηκε. Ὁ Βαραββᾶς ἦταν ἐλεύθερος νά κάνει Πάσχα στό σπίτι του. Ὅλα καλά κι ὅπως τά ἤθελαν. Ὅλοι οἱ κίνδυνοι εἶχαν ἀντιμετωπιστεῖ. Ἄσε τόν καταδικασμένο καί ἡττημένο ἐχθρό νά ἀπειλεῖ!
Αὐτή δέν εἶναι καί ἡ δική μας στάση; Μᾶς εἶναι βαρύς κι ἐνοχλητικός ὁ Θεός καί Τόν ἐξορίζουμε ἀπό τή ζωή μας καί Τόν ἐμπαίζουμε καί Τόν θανατώνουμε μέσα μας. Κι ἔρχεται ἡ ὥρα πού θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας νικητή, πού θεωροῦμε ὅτι, ἐπιτέλους, ἀπελευθερωθήκαμε ἀπ’ Αὐτόν, ὅτι κατασιγάσαμε τίς ἐνοχές γιά τίς ὁποῖες ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ "παπάδες" πού θέλουν νά μᾶς κρατοῦν δέσμιους μέ τό φόβο. Ἀλλά ἐμεῖς τά καταφέραμε.
Ἐπιτέλους, γλιτώσαμε! Καί, στό τέλος, "πετᾶμε" καί τό ἀμίμητο: "τί Θεός εἶναι αὐτός, τόσο ἄδικος καί ἀνελέητος; Δέν ὑπάρχει Θεός!"
Καί ξεχνᾶμε ὅτι ἡ στιγμή τοῦ "θριάμβου" μας κρατάει τόσο λίγο, ὅσο κι ἡ ζωή μας: μιά στιγμή. Γιατί εἴμαστε ἄνθρωποι, ἄρα αἰχμάλωτοι στό Χρόνο. Ἡ "στιγμή" τοῦ Θεοῦ, ὅμως, δέν ἔχει χρόνο, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἄχρονος καί δημιουργός τοῦ Χρόνου. Ἡ ψευδαίσθηση τῶν Ἰουδαίων ὅτι νίκησαν τό Θεό, κράτησε ἐλάχιστα.
Λιγώτερο ἀπό σαράντα χρόνια μετά ἀπ’ αὐτά τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, τό μῆνα Ἀπρίλιο τοῦ 70 μ.Χ. ἑξῆντα χιλιάδες Ρωμαῖοι στρατιῶτες πολιόρ­κησαν τήν Ἱερουσαλήμ, πολιόρκησαν ἐκείνους τούς ἴδιους πιστούς ὑπη­κόους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν διατρανώσει: "οὐκ ἔχομεν βασιλέα, εἰ μή Καίσαρα!" Ὁ βασιλέας τους, λοιπόν, ὁ Καίσαρας, πού τόν διάλεξαν πάνω ἀπ’ Αὐτόν πού τούς εἶχε σώσει καί τούς εἶχε ἐλευθερώσει τόσες φορές καί τούς εἶχε ταΐσει Μάννα στήν ἔρημο, αὐτός τούς πολιόρκησε. Γιά τέσσερεις μῆνες.
Μέσα στήν Ἱερουσαλήμ ὑπῆρχαν 600.000 ἄνθρωποι κατά τόν ἱστορικό Τάκιτο, ἤ πάνω ἀπό ἕνα ἑκατομμύριο, κατά τόν ἱστορικό Ἰώσηππο. Ὅταν ἔπεσε ἡ πόλη δέν ἔζησε κανείς! Ἡ Ἱερουσαλήμ ἰσοπεδώθηκε καί ὁ Ναός κατεδαφίστηκε καί κάηκε μαζί μέ ὅλους ὅσοι εἶχαν καταφύγει σ’ αὐτόν. Στόν τόπο πού σταύρωσαν τόν Ἕνα, ὁ Ρωμαῖος πολιορκητής, ὁ Τῖτος, σταύ­ρωσε ἑκατό χιλιάδες. Σταύρωνε ἀπό πεντακόσιους κάθε μέρα καί ἄφηνε τά πτώματα ἐκεῖ, νά σαπίζουν κάτω ἀπ’ τόν ἥλιο, μέσα στήν ἀφόρητη βρώμα, μέχρι πού, πιά, δέν ὑπῆρχαν ἄλλα δέντρα, οὔτε κἄν στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, γιά νά κοποῦν καί νά γίνουν ἄλλοι σταυροί. Ἀλλά δέν ὑπῆρχε πιά καί ἄλλος χῶρος νά στηθοῦν σταυροί, ὁπότε τά πτώματα στοιβάζονταν μέσα καί ἔξω ἀπ' τά τείχη. Μέσα γιατί οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν ἀπ’ τήν πεῖνα, ἔξω γιατί τούς σκότωναν οἱ Ρωμαῖοι. Τά μόνα εὐτυχισμένα καί χορτάτα πλάσματα ἦταν τά ὄρνια καί τά τσακάλια!
Κανείς δέν δραπέτευσε ἀπό τήν πόλη, γιατί ὅλους τούς ἔπιαναν οἱ Ρωμαῖοι. Ἐπειδή, μάλιστα, μαθεύτηκε ὅτι κάποιοι κατάπιναν τά χρυσαφικά τους γιά νά τά πάρουν μ’ αὐτόν τόν τρόπο μαζί τους, οἱ Ρωμαῖοι ἄνοιγαν τίς κοιλιές ὅσων φυγάδων συνελάμβαναν καί ἔψαχναν τά ἐντόσθιά τους, ἐνῶ αὐτοί ἦσαν ἀκόμα ζωντανοί!
Θά περίμενε κανείς, αὐτή ἡ ὁλοφάνερη ἐπαλήθευση τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ νά συγκλονίζει ὅλους τούς ἀνθρώπους, πιστούς καί μή. Ὅμως, ἡ ἴδια τύφλωση πού κρατοῦσε κλειστά τά μάτια τῶν τότε ἀνθρώπων, ἐξακολουθεῖ νά τά κρατάει καί τώρα.
Κυκλοφορήθηκε τόν προηγούμενο μῆνα τό βιβλίο ἑνός Ἑβραϊκῆς κα­­τα­γωγῆς Ἄγγλου, μέ τίτλο Jerὠsaleὔ: a biὕgraphy, μέσα στό ὁποῖο περιγρά­φεται ἡ καταστροφή τῆς Ἱερουσαλήμ καί τοῦ ναοῦ της. Καί ἀπορεῖ ὁ συγγραφέας, γιατί, μετά τήν καταστροφή τῆς πόλης καί τοῦ ναοῦ ἀπό τούς Βαβυλωνίους, ξαναχτίστηκαν ὅλα μέσα σέ πενῆντα μόλις χρόνια, ἐνῶ, μετά τήν καταστροφή ἀπό τούς Ρωμαίους, ὁ ναός δέν ξαναχτίστηκε ποτέ καί οἱ Ἰουδαῖοι ἔκαναν δύο χιλιάδες χρόνια νά ξαναγυρίσουν σάν κτήτορες τῆς πόλης τους!
Ἡ Ἱερουσαλήμ, γράφει, εἶναι ἡ πόλη πού γέννησε τρεῖς μεγάλες θρησκεῖες. Τόν Ἰουδαϊσμό, τόν Χριστιανισμό καί τόν Μωαμεθανισμό. Ὁ Χριστιανισμός δέν ἦταν παρά μιά σέκτα τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί θά ἔμενε ἔτσι, ἄν δέν προλάβαιναν οἱ λιγοστοί ὁπαδοί του νά τό σκάσουν ἀπό τήν πόλη προτοῦ ξεκινήσει ἡ πολιορκία της. Ἐπειδή ὅμως πρόλαβαν, γι' αὐτό διαδόθηκε σ' ὅλο τόν κόσμο. Κι ἐπειδή ἐπίσης πρόλαβαν καί ἔφυγαν, γι' αὐτό ἔγραψαν μετά τήν πτώση τῆς Ἱερουσαλήμ καί τήν καταστροφή της τά εὐαγγέλια καί τίς δῆθεν "προφητεῖες" τοῦ Χριστοῦ.
Ἑπομένως, δέν εἶναι τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ πού δέν ξεπλένεται ἀπό τήν ἑβραϊκή ἱστορία, σύμφωνα μέ τήν ἀποδοχή τῆς ἐνοχῆς τους –"τό αἷμα αὐτοῦ ἐφ' ἡμᾶς καί ἐπί τά τέκνα ἡμῶν– ἀλλά εἶναι τί; Ὁ συγγραφέας βρίσκεται στό ψάξιμο, δέν ἔχει ἀποφασίσει ἀκόμη!...
Εἶναι καιρός, λοιπόν, ἐμεῖς πού γεμίζουμε τούς ναούς αὐτές τίς μέρες καί χύνουμε πλούσια σέ συναίσθημα δάκρυα μπροστά στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, νά θυμόμαστε τά λόγια Του καί νά κλαῖμε γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τά παιδιά μας καί γιά τή σκληροκαρδία μας καί τήν ἀμετανοησία μας. Μήπως γίνουν αὐτά μας τά δάκρυα τό νερό πού θά μετατρέψει τήν "πέτρινη καρδία" μας σέ "σαρκίνη".

Νινέττα Βολουδάκη
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 106 
Ἀπρίλιος 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου