«ΣΒΥΣΜΕΝΕΣ ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ,
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ!»
(Κ. Παλαμᾶς,
ἀπὸ τὴν «Φλογέρα τοῦ βασιλιᾶ»)
Αὐτὸν τὸν καιρό, βρέθηκε στὰ χέρια μου ἕνα βιβλίο –ἀμετάφραστο στὰ Ἑλληνικά–
τῶν ἐκδόσεων τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Cambridge,
ἑνὸς Ἀμερικανοῦ νέου βυζαντινολόγου, μὲ διασυνδέσεις καὶ στὴ χώρα μας καὶ στὴ
Βρετανία καὶ στὴν Ἰρλανδία, ὁ ὁποῖος ἐπιχειρεῖ μιὰ «ἀναμόρφωση» τῆς ἱστορίας
μας, γιατὶ πιστεύει πὼς ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες πάσχουμε ἀπὸ «προγονοπληξία» (“ancestoritis”). Ἀφοῦ ἔγραψε πρῶτα ἕνα βιβλίο γενικὰ
γιὰ τὴν «ἱστορία» τῶν Βαλκανίων, τώρα, στὸ δεύτερο, «ἀπομυθοποιεῖ» τὸ θρύλο τοῦ
αὐτοκράτορα Βασίλειου τοῦ Βουλγαροκτόνου! Τὸ βιβλίο περιέχει καὶ ἕναν χάρτη τῆς
περιοχῆς μας, μὲ φωτογραφίες τῶν δρόμων τῆς ἐνορίας μας, τῆς ὁδοῦ –βέβαια–
Βουλγαροκτόνου, Νικηφόρου Οὐρανοῦ, Σεργίου Πατριάρχου καὶ Δαφνομήλη, προφανῶς σὰν
ἀπόδειξη τῆς «προγονοπληξίας» μας. Φαίνεται ὅτι ξέρει καλὰ τὴν περιοχή μας,
γιατί, ὅπως γράφει στὸν πρόλογο, φιλοξενήθηκε ἐδῶ γιὰ τρία καλοκαίρια, ἀπὸ μιὰ
κυρία.
Τέλος πάντων, σκοπὸς δικός μου δὲν εἶναι νὰ σᾶς κάνω νὰ ἀνησυχήσετε γιὰ
τὴν ἐξ Ἀμερικῆς «ἀναμόρφωση» τῆς ἱστορίας μας, ἡ ὁποία εἶναι ὄντως ἀνησυχητικὴ
καὶ ἐπεκτείνεται μὲ ὑπολογισμένα γρήγορη ταχύτητα. Ἐκεῖνο ποὺ μὲ προβληματίζει ἐμένα,
ὅμως, περισσότερο, εἶναι τὸ πόσοι ἀπ’ τοὺς κατηγορουμένους γιὰ «προγονοπληξία» ἐνορίτες
μας, ξέρουν ποιὸς ἦταν ὁ Εὐστάθιος Δαφνομήλης καὶ ὁ Νικηφόρος Οὐρανός. Τοὐλάχιστον
–ἐλπίζω– πώς, γιὰ τὸν Πατριάρχη Σέργιο, θὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ὅλοι πὼς ἦταν...
Πατριάρχης!
Αὐτὸ ποὺ ἐμένα μὲ στενοχωρεῖ εἶναι τὸ γεγονός ὅτι, ἐμεῖς οἱ «προγονόπληκτοι»
διευκολύνουμε τοὺς «ἀντικειμενικοὺς» ξενόφερτους «φωτιστὲς» νὰ ’ρχονται νὰ μᾶς
μαθαίνουν αὐτὰ ποὺ θὰ ’πρεπε νὰ τοὺς μαθαίναμε ἐμεῖς. Καὶ δὲν ἔχουμε ἀντίλογο.
Καὶ δὲν ἔχουμε γνώση τοῦ κακοῦ ποὺ προγραμματίζεται σὲ βάρος μας.
Καὶ –πιὸ συγκεκριμένα– γιὰ νὰ ἔρθουμε καὶ στὸν αὐτοκράτορα Βασίλειο τὸν
Β΄, θὰ θυμηθῶ μιὰν ἄνοιξη, ὅταν, ταξιδεύοντας στὴ Μακεδονία, εἶδα τὴν πινακίδα
ποὺ ἔδειχνε τὸ δρόμο γιὰ τὸ Κλειδί, καὶ ἄφησα τὸν προορισμό μου, γιὰ νὰ πατήσω
τὸ χῶμα τῆς μεγάλης ἐκείνης μάχης ποὺ διαμόρφωσε τὴν ἰσορροπία στὰ Βαλκάνια. Ἔφθασα
σ’ ἕνα χωριό, ὅπως ὅλα τὰ χωριά, μὲ τὴν Ἐκκλησία του, τὸ σχολεῖο καὶ τὰ σπίτια
δεξιὰ κι ἀριστερὰ τοῦ κεντρικοῦ δρόμου. Τὸ ξεχωριστὸ χαρακτηριστικό του ἦταν οἱ
πολλὲς-πολλὲς φωλιὲς πελαργῶν, πάνω σ’ ὅλους τοὺς στύλους τοῦ ἠλεκτρικοῦ, στὸ
καμπαναριὸ καὶ στὶς πιὸ ψηλὲς καμινάδες. Δὲν εἶδα τίποτα ὅμως ποὺ νὰ θυμίζει ἐκεῖνον
τὸν τρομερὸ Ἰούλιο καὶ τὴ μάχη ποὺ εἶχε γίνει ἐκεῖ. Κανένα μνημεῖο. Καμμιὰ
μνήμη. Ἀκόμα καὶ τὰ βουνὰ γύρω, δὲν ἀντιλαλοῦσαν ἀπὸ ποδοβολητὰ ἀλόγων καὶ
κλαγγὲς ὅπλων καὶ τὴν πολεμικὴ ἰαχὴ «Βασίλειε σὺ νικᾶς». Καὶ τὰ βουνά σώπασαν.
Τὸ χειρότερο εἶναι πώς, δὲν τόλμησα νὰ ρωτήσω κἄν τοὺς ντόπιους ἂν ὑπάρχει
μνημεῖο γιὰ τὴ μάχη, γιατὶ τὸ πάθημα, μοῦ ἔχει γίνει μάθημα. Μιὰ φορὰ ρώτησα στὴν
πλατεῖα τῶν Καλαβρύτων ἂν ἤξερε κανεὶς τὸ δρόμο γιὰ τὸ κάστρο τῶν Καλαβρύτων καὶ
παραλίγο νὰ γίνω ἐγὼ ἀξιοθέατο, γιατὶ –ὅπως μοῦ εἶπαν– ἀπὸ τὸν πόλεμο ποὺ ἀνέβηκαν
οἱ Γερμανοὶ στὸ κάστρο τους, κανεὶς ἄλλος δὲν ἐνδιαφέρθηκε νὰ ξαναβρεῖ τὸ δρόμο
γιὰ ’κεῖ!!! Ἀπὸ τότε πῆρα κι ἐγὼ τὸ μάθημά μου καὶ δὲν ξαναέκανα παράξενες ἐρωτήσεις.
Γι’ αὐτὸ δὲν ἔμαθα ἂν στὸ Κλειδὶ ὑπάρχει μνημεῖο τῆς μάχης του.
Τὶ ἦταν ὅμως, αὐτὴ ἡ μάχη; Ἦταν τὸ τέλος τῆς πολύχρονης περιπέτειας τῆς βυζαντινῆς
αὐτοκρατορίας μὲ τοὺς γείτονές της, τὸν Βουλγαρικὸ λαό.
Ἦταν ἡ ἀπόφαση ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ εἶχε περάσει ὅλη του τὴ ζωὴ πολεμῶντας, νὰ βάλει ἕνα τέλος στὰ δεινὰ τοῦ πολέμου ποὺ εἶχαν ἐξαντλήσει καὶ τὸν ἴδιο καὶ τὸ κράτος του καὶ τὸ στρατό του. Καὶ τὸ ἔβαλε. Καί, προτοῦ τὸν κατηγορήσει κανεὶς γιατὶ τὸ ἔβαλε τὸ τέλος –καὶ μὲ τέτοιο σκληρὸ τρόπο– πρέπει νὰ δεῖ τὶ τύχη θὰ τὸν περίμενε ἂν ἔχανε ἐκείνη τὴ μάχη καὶ βρισκόταν ὁ ἴδιος στὴ θέση τοῦ ἡττημένου.Ὅταν ξεκινοῦσε νὰ πολεμήσει, ἐκείνη τὴν καυτὴ μέρα τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1014, ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος ἤξερε πώς, ἕναν ἄλλο Ἰούλιο, 200 χρόνια πιὸ πρίν, ὁ αὐτοκράτορας Νικηφόρος ποὺ εἶχε νικηθεῖ ἀπ’ τὸν Κροῦμμο, τὸν Χὰν τῶν Βουλγάρων, ὄχι μόνον σκοτώθηκε, ἀλλὰ τὸ κρανίο του εἶχε γίνει κούπα, γιὰ νὰ πίνει ὁ νικητὴς κρασί!!!
Ἦταν ἡ ἀπόφαση ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ εἶχε περάσει ὅλη του τὴ ζωὴ πολεμῶντας, νὰ βάλει ἕνα τέλος στὰ δεινὰ τοῦ πολέμου ποὺ εἶχαν ἐξαντλήσει καὶ τὸν ἴδιο καὶ τὸ κράτος του καὶ τὸ στρατό του. Καὶ τὸ ἔβαλε. Καί, προτοῦ τὸν κατηγορήσει κανεὶς γιατὶ τὸ ἔβαλε τὸ τέλος –καὶ μὲ τέτοιο σκληρὸ τρόπο– πρέπει νὰ δεῖ τὶ τύχη θὰ τὸν περίμενε ἂν ἔχανε ἐκείνη τὴ μάχη καὶ βρισκόταν ὁ ἴδιος στὴ θέση τοῦ ἡττημένου.Ὅταν ξεκινοῦσε νὰ πολεμήσει, ἐκείνη τὴν καυτὴ μέρα τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1014, ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος ἤξερε πώς, ἕναν ἄλλο Ἰούλιο, 200 χρόνια πιὸ πρίν, ὁ αὐτοκράτορας Νικηφόρος ποὺ εἶχε νικηθεῖ ἀπ’ τὸν Κροῦμμο, τὸν Χὰν τῶν Βουλγάρων, ὄχι μόνον σκοτώθηκε, ἀλλὰ τὸ κρανίο του εἶχε γίνει κούπα, γιὰ νὰ πίνει ὁ νικητὴς κρασί!!!
Ἐκεῖνο τὸν Ἰούλιο ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος ἦταν πενῆντα ἐννέα ἐτῶν.Ὅλη
του τὴ ζωὴ πολεμοῦσε, ἀπὸ νεαρὸ παιδί. Εἶχε κι αὐτὸς κουραστεῖ, εἶχαν κι οἱ
στρατιῶτες του κουραστεῖ, εἶχε κι ὅλος ὁ λαός του κουραστεῖ. Γι’ αὐτό, ἐκείνη τὴ
μέρα, ἡ μάχη ἦταν ὅλα γιὰ ὅλα. Καὶ κατέβηκε ἀπ’ τ’ ἄλογό του καὶ πολέμησε ἀνάμεσα
στοὺς στρατιῶτες του, σῶμα μὲ σῶμα μὲ τοὺς ἀντιπάλους του, μέσα στὴ ζέστη, κάτω
ἀπὸ τὸν ἥλιο ποὺ τοὺς ἔκαιγε. Για νὰ μποροῦμε ἐμεῖς σήμερα νὰ χαζεύουμε τοὺς
πελαργούς πίνοντας τὴν Coca Cola τῶν Ἀμερικανῶν
φίλων μας ποὺ θὰ μᾶς ξαναγράψουν τὴν ἱστορία μας.
Ἐκείνη τὴ μέρα, τὴν 29η μέρα τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1014, ὅλη τὴ
μέρα, κάτω ἀπὸ τὸν καυτὸ ἥλιο, οἱ στρατιῶτες τῆς Ἁγίας Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας
πολεμοῦσαν μὲ τὴν ἰαχὴ «Βασίλειε, σὺ νικᾶς», γιατὶ τὸν ἔβλεπαν πρῶτο, τὸν
βασιλιὰ καὶ στρατηγό τους νὰ πολεμάει ὅπου ἡ μάχη ἦταν πιὸ σκληρή, ἀδιαφορῶντας
γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ἀσφάλειά του, ἀδιαφορῶντας γιὰ τὴ ζωή του, περασμένος
στὰ χρόνια ἀλλὰ ἀδάμαστος, αὐτὸς ποὺ δὲν ἤξερε τὶ θὰ πεῖ ζωὴ στὰ ἀνάκτορα καὶ
ξεκούραση. Ἐκείνη τὴ μέρα γεννήθηκε ὁ θρύλος τοῦ αὐτοκράτορα Βασίλειου, γιατὶ ἐκείνη
τὴ μέρα εἶδαν ὅλοι ὅτι ἦταν φτιαγμένος ἀπὸ τὴ στόφα ποὺ γεννάει θρύλους... «κι ὁ
διαλεχτὸς ἀξίζει γιὰ χίλιους μέσα στοὺς πολλούς», γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν ποιητή.
Αὐτοὺς τοὺς θρύλους, τὰ χρόνια δὲν τοὺς θαμπώνουν, γιατὶ εἶναι ἀληθινοί, ἦταν
ζωντανοί, τοὺς εἶδαν οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ἔζησαν. Τὸν εἶχαν μπροστά τους οἱ στρατιῶτες
του, δὲν τὸν φαντάστηκαν, τὸν ἔβλεπαν καὶ τὸν ἄγγιζαν καὶ ἔπεφταν στὴ μάχη γιὰ
χάρη του καὶ πέθαιναν πρόθυμα γι’ αὐτόν, μὲ τ’ ὄνομά του στὰ χείλη τους, μὲ τὴν
πολεμικὴ κραυγή τους, «Βασίλειε, σὺ νικᾶς.» Τὰ βουνὰ γύρω στὸ Κλειδί μπορεῖ νὰ
σώπασαν, ἀλλὰ θυμοῦνται. Κι οἱ θρύλοι ζοῦν. Κι ἐμεῖς εἴμαστε πολὺ μικροὶ γιὰ νὰ
τοὺς καταργήσουμε.
Ἐκείνη τὴν ἡμέρα τοῦ Ἰουλίου καὶ τὴ νύχτα ποὺ ἀκολούθησε, ὁ αὐτοκράτορας
Βασίλειος τὴν πλήρωσε ἀκριβά τὴ νίκη του, ἀλλὰ νίκησε. Καὶ οἱ αἰχμάλωτοι ἦσαν
15.000 Βούλγαροι, τοὺς ὁποίους ὁ Τσάρος τους τοὺς ἐγκατέλειψε καὶ τὸ ἔσκασε γιὰ
νὰ σωθεῖ. Τὶ ἀπόφαση μπορεῖ νὰ πάρει ἕνας βασιλιάς, ὁ ὁποῖος ἔχει δεῖ τὴν αὐτοκρατορία
του νὰ βασανίζεται γιὰ πάνω ἀπὸ 200 χρόνια, ἐξ αἰτίας ἑνὸς λαοῦ στὸν ὁποῖο εἶχε
προσφέρει –ὅπως συνήθιζε νὰ προσφέρει σ’ ὅλους τοὺς γειτονικοὺς λαούς του τὸ
Βυζάντιο– γλῶσσα, θρησκεία καὶ πολιτισμό; Τὸ μόνο ποὺ ζήτησε σὰν ἀντάλλαγμα ἦταν
μιὰ εἰρηνικὴ συνύπαρξη. Καὶ τὸ μόνο ποὺ πῆρε ἦταν πόλεμος καὶ μίσος καὶ
βαρβαρότητα. Τὶ νὰ τοὺς ἔκανε τοὺς αἰχμαλώτους; Ἂν τοὺς σκότωνε, 15.000 ψυχές,
θὰ τὸν κατηγοροῦσαν γιὰ δολοφόνο. Ἂν τοὺς ἔστελνε στὰ σκλαβοπάζαρα, θὰ ἦταν
βάρβαρος. Ἂν τοὺς ἐλευθέρωνε θὰ γύριζαν στὸν Τσάρο τους, τὸν Σαμουὴλ καὶ θὰ ἐπέστρεφαν
καὶ πάλι σὰν στρατός του, κι ὁ πόλεμος δὲν θὰ τέλειωνε ποτέ. Ὁ αὐτοκράτορας
Βασίλειος ὁ Β΄ ἔδωσε ἐντολὴ καὶ τύφλωσαν
τοὺς αἰχμαλώτους, ἀφήνοντας ἕναν μονόφθαλμο ἀνὰ ἑκατό, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν
πατρίδα τους. Κι ὁ Τσάρος τους, βλέποντάς τους, πέθανε ἀπὸ ἔμφραγμα, ἀπ’ τὴ
θλίψη του. Κι ἔτσι τέλειωσε ὁ πόλεμος. Κι ἔτσι τὸ ὄνομα καὶ μόνο τοῦ Βασίλειου
τοῦ Βουλγαροκτόνου γέμιζε φόβο τοὺς ἐχθροὺς τῆς αὐτοκρατορίας καὶ τοὺς κράτησε
σὲ ἀπόσταση γιὰ τὰ ἑπόμενα πενῆντα χρόνια, ὅταν ἡ κακοδιοίκηση καὶ ἡ ἀνικανότητα
τῶν ἑπόμενων βασιλιάδων διέλυαν τὸ κράτος.
Δὲν ξέρω ἂν εἶναι δικαιολογημένη ἡ κατηγορία «προγονόπληκτοι» ποὺ μᾶς
προσάπτουν. Σκέφτομαι ὅμως πώς, ἂν εἴμαστε ὄντως προγονόπληκτοι, θὰ εἴχαμε
στήσει κι ἕνα μνημεῖο στὸ Κλειδί, νὰ θυμόμαστε τὸ αἷμα ποὺ χύθηκε ἐκεῖ. Θὰ
κάναμε καὶ μιὰ ὁμιλία στὶς 29 Ἰουλίου γιὰ νὰ θυμηθοῦμε, θὰ κάναμε κι ἕνα
μνημόσυνο στὶς 26 Ἰουλίου σ’ ἐκεῖνον τὸν κακομοίρη τὸν Νικηφόρο τὸν Α΄ ποὺ τὸ κρανίο του ἔγινε κύπελλο γιὰ νὰ πίνει ὁ
Κροῦμμος κρασί. Θὰ σκεφτόμαστε τὴ ζωή τους καὶ τὸ θάνατό τους καὶ θὰ μαθαίναμε
πολλά. Ἐμεῖς ὅμως τοὺς ξεχάσαμε. Τὸν Ἰούλιο, τὸ μῆνα γιὰ «τὰ μπάνια τοῦ λαοῦ»
ποιὸς ἔχει ὥρα νὰ θυμᾶται παλιὲς ἱστορίες; Γι’ αὐτὸ θὰ ’ρθουν νὰ μᾶς τὶς μάθουν
τὶς παλιές μας ἱστορίες, οἱ ἄνθρωποι ἑνὸς κόσμου ποὺ δὲν ἔχει ἱστορία. Οἱ ἄνθρωποι
ἑνὸς κόσμου ποὺ χτίστηκε πάνω στὴ γενοκτονία ὁλόκληρου λαοῦ, καὶ τολμάει νὰ
μιλάει γιὰ βαρβαρότητα καὶ γιὰ ἀδικία. Οἱ ἄνθρωποι ἑνὸς κόσμου ποὺ μετέφερε στὰ
ἀμπάρια τῶν πλοίων ἄλλους ἄνθρώπους, στοιβαγμένους σὰν τὰ ζῶα –καὶ χειρότερα–
καὶ τολμοῦν νὰ μιλοῦν γιὰ δικαιοσύνη καὶ «ἱστορικὴ ἀποκατάσταση». Πολὺ δὲν
πάει;
Νινέττα Βολουδάκη
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 60-62
ΙΟΥΝΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
2007
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου