ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ
Ἡ Ἐκκλησιαστική Λατρεία εἶναι
ἑορτάσιµη στό ἦθος της. Κάθε µέρα εἶναι γιά τήν Ἐκκλησία «πανήγυρις», ἑορτή,
διότι οἱ µνῆµες τῶν Ἁγίων ἐπιβεβαιώνουν τή νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στόν κόσµο
(Ἰω. 16. 33). Ἡ ἄσκηση, ἐξ ἄλλου, προοδοποιεῖ τήν εἴσοδο στήν ἑορτή τῆς
Ἐκκλησίας, στήν πνευµατική πανήγυρή της. Εἶναι ἡ προετοιµασία γιά τή µετοχή τοῦ
ὅλου ἀνθρώπου στήν «καινήν κτίσιν» (Β’ Κορ. 5. 17), πού ἀποκαλύπτεται στή
λατρεία. Ὅπως σηµειώνει ὁ Ἰ. Χρυσόστοµος, «τό ζητούµενον ἐνταῦθα (=στή λατρεία)
ψυχή νήφουσα, διεγηγερµένη διάνοια, καρδία κατανενυγµένη, λογισµός ἐρρωµένος.
συνειδός κεκαθαρµένον».
Ἡ ἄσκηση ἐπιδιώκει, µέ τήν
«ἀδιάλειπτη προσευχή, τήν ταπείνωση, τήν ἀπάθεια, τή νηστεία καί τή συνεχή
λατρευτική πράξη, νά µεταβάλει τή ζωή σέ «θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, τῷ Θεῷ
εὐάρεστον» (Ρωµ. 12, 1), γιά νά βρεῖ τελικά ἡ ζωή τήν πρωταρχική της ὡραιότητα
καί γνησιότητα. Ἡ ἄσκηση τῶν πιστῶν βρίσκει στή λατρεία µιάν ὄαση πνευµατική,
πού ἀναπαύει τή σκληρή ἀσκητική πράξη. Ἐξ ἄλλου, αὐτό πού γίνεται ὁ ἄνθρωπος µέ
τήν ἄσκηση του, διά τῆς λατρείας, καί µάλιστα τῆς Θείας Εὐχαριστίας,
ἐκκλησιοποιεῖται ἐντάσσεται δηλαδή στό σῶµα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία καί τό
ἀτοµικό γεγονός γίνεται συλλογικό, δηλαδή ἐκκλησιαστικό. Ἡ Λατρεία ἐν-Χριστώνει
ὅλη τή ζωή τοῦ µοναχοῦ, ἀλλά καί κάθε πιστοῦ. Ἡ ἄσκηση παρέχει τή δυνατότητα
γιά τήν πραγµάτωση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀκάθαρτος ἀπό τά πάθη ἄνθρωπος
δέν µπορεῖ νά ὑµνήσει καί δοξάσει ἀληθινά τόν Θεό. Ἄς θυµηθοῦµε τόν πασχάλιο
ὕµνο: «Καί ἡµᾶς τούς εὐσεβεῖς καταξίωσον ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ Σέ δοξάζειν». Ἡ
«καθαρᾷ καρδίᾳ» εἶναι τό σκοπούµενο στήν χριστιανική ἄσκηση (πρβλ. Ψαλµ. 50,
12: «καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐµοί ὁ Θεός...»). Μόνον «ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ»
µπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά δεῖ τόν Θεό (Ματθ. 5, 8), νά φθάσει δηλαδή στόν ἀπόλυτο
σκοπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑπάρξεως. Αὐτό ἀκριβῶς ἐκφράζει καί ὁ λόγος τοῦ ἱ.
Δαµασκηνοῦ στόν πασχάλιο κανόνα του: «Καθαρθῶµεν τάς αἰσθήσεις, καί ὀψόµεθα τῷ
ἀπροσίτῳ φωτί τῆς ἀναστάσεως Χριστόν ἐξαστράπτοντα...». Ἡ λατρεία ὁδηγεῖ στή
θέωση, ὅταν ὅµως ὑπάρχει ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας καί τῶν αἰσθήσεων. Ἄν ἡ
λατρεία, συνεπῶς, εἶναι ἡ εἴσοδος στήν οὐράνια βασιλεία, ἡ ἄσκηση εἶναι ἡ ὁδός
πρός αὐτήν. Ἡ λατρεία καθορίζει καί ἀποκαλύπτει τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεως µας· ἡ
ἄσκηση συµβάλλει στήν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Μέ τήν ἄσκηση, ὡς µόνιµο τρόπο
ζωῆς γιά κάθε χριστιανό, ὁλόκληρη ἡ ζωή τοῦ πιστοῦ µεταµορφώνεται σέ λατρεία
τοῦ Θεοῦ «ἐν πνεύµατι καί ἀληθείᾳ*» (Ἰω. 4. 23). Διότι ὁ ἀσκούµενος χριστιανός
µεταβάλλεται ὁλόκληρος σέ «ναό τοῦ Θεοῦ», στόν ὁποῖο ἱερουργεῖται τό µυστήριο
τῆς σωτηρίας. Ἀλλά ὅπως οἱ προσευχόµενοι καρδιακά στήν Κόρινθο (Α’ Κορ. 5. 19),
µολονότι εἶχαν τήν «ἀδιάλειπτη προσευχή» (Α’ Θεσσ. 5, 18) τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος
στήν καρδιά τους, µετεῖχαν καί τῆς συνάξεως ὅλου τοῦ σώµατος, ἔτσι καί ὁ
τελειούµενος στήν ἄσκηση µετέχει στή σύναξη καί λατρεία τοῦ σώµατος,
ἐκκλησιοποιῶντας τά χαρίσµατά του.
π. Γεώργιος Μεταλληνός
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ
ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 119
Mάϊος 2012
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου